Περιοδικό || Διήγημα: Δαυϊδ. Ετών 16, Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό του Καλλιτεχνείου


Το φορτηγό στρίγγλιζε μανιωδώς, κάτι συνέβαινε στα λάστιχα, κάθε στροφή κι εφιάλτης, η τριβή με την άσφαλτο ξέρναγε θερμοκρασία καυτού φούρνου που διαπερνούσε την λαμαρίνα και μου αργόψηνε τα γόνατα. Στεκόμουν ακριβώς πάνω στο κυρτό σιδερένιο κομμάτι πάνω απ΄τα λάστιχα.
Με είχαν διατάξει να παραμένω σκυφτός και να βγάλω άχνα. Οπότε, το κομμάτι της σάρκας που κολλούσε αργά πάνω στο δάπεδο του φορτηγού, έκανα πως το αγνοούσα. Μόνο φυσούσα λίγο την κόκκινη πληγή να ξεγελάσω τον πόνο.
Με λένε Δαυϊδ, αν και καιρούς με φώναξαν αράπη, μαυρούλη, μαλάκα, αλήτη, κλέφτη, βρωμιάρη και άλλα που δεν θυμάμαι τώρα. Πονάει κι η πληγή. Λίγο ακόμη και θα φανεί το κόκαλο στο γόνατο.

Έρχομαι απ'τα σύνορα της Συρίας για δεύτερη φορά, στην Αθήνα. Την πρώτη έμεινα 3μήνες μέχρι που με πιάσανε και με διώξανε κακήν κακώς, αλλά αυτήν την φορά είμαι πιο προετοιμασμένος. Πούλησα ένα δερμάτινο μπουφάν που μου δώρισε ο πατέρας μου όταν πήρα την υποτροφία και όσα έβγαλα τα 'δωσα στον τύπο με το σκουφί που με πέρασε στα σύνορα.

Μου έδωσαν ένα πλαστικό μπιτόνι με κομμένο στόμιο. -Εκεί, θα βάζεις το πουλί σου, μου είπαν. Και θα κατουράς. Έτσι και δω σταγόνα έξω απ'το μπιτόνι σε πέταξα στο δρόμο.

Μόνο που το στόμιο ήταν κομμένο με φαλτσέτα κι οι γωνίες, ήταν αγκριφιαστές και με πληγώναν. Λιγότερο όμως απ'τις πληγές στα πόδια.

Πρέπει να χαμε μπροστά καμιά δεκαριά ώρες ακόμη, για την Αθήνα. Κυψέλη. Ιακωβίδου. Εκεί θα μοιραζόμουν μια γκαρσονιέρα με 5 ακόμη «φίλους». Δεν με πείραζε να μοιράζομαι, άλλωστε και στην πατρίδα, ένα δυάρι με κοινόχρηστο μπάνιο και τουαλέτα είχαμε. Μην φανταστείς τίποτα πολυτέλειες. Όχι, στ'αλήθεια δεν με πείραζε, μόνο που να, θα μπορούσα να διαβάζω? Θα χα καθόλου ησυχία; Αυτό έπρεπε να το ελέγξω.Όχι οτι είχα κι επιλογές, αλλά λέμε τώρα.

Έλεγχος. Κοκάλωσαν το φορτηγό. Ο συνοδηγός, μας έκανε νόημα με τα δάχτυλα να μείνουμε σιωπηλοί και κουκουλωμένοι. Ρίξαμε πάνω μας δεμάτια χορτάρι και κρατούσαμε την ανάσα μας μετρώντας 1, 2, 3...έως το 100 και πάλι προς τα κάτω. Κατουριόμουν, αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Ξεπεράστηκε μάλλον το θέμα, γιατί ακούσαμε το ξεκίνημα με το γνωστό στρίγγλισμα. Ξεφυσήσαμε ανάσες, έκανα να κάνω να πάρω το μπιτονάκι να κατουρήσω, αλλά ο συνοδηγός μου πέταξε έναν αναπτήρα σιδερένιο zippo με το νόημα «σκάσε, μην κουνιέσαι», με βρήκε στο κότσι πάνω απ'το αυτί, μάτωσα λίγο, αλλά περισσότερο μ'ανησυχούσαν οι πληγές στο γόνατο και στο πουλί μου. Πόναγε κι η πλάτη μου, 28 ώρες σκυφτός, πιάστηκε το κορμί μου όλο.

Είχα ένα σακουλάκι με φαί, αλλά δεν μ'άφηναν να φάω. Δεν πειράζει, σε 6 ώρες φτάναμε Αθήνα. Θα μας άφηναν στα Κτελ του Κηφισού κι από κει με τα πόδια Ιακωβίδου. Άνοιξαν την πόρτα, μας σκούντησαν μ'ένα σκουπόξυλο και μας έκαναν νόημα να αποβιβαστούμε. Σουρούπωνε. Δεν μου φάνηκε γνωστή η περιοχή, σκέφτηκα μήπως ήταν κανα οικόπεδο πίσω απ'τα Κτελ, και πήρα κουράγιο. Κατεβήκαμε, τεντωθήκαμε, κρακ κρακ όλα τα κόκκαλα, ένα ένα έσπαγε και ξαναενωνόταν. Κοίταξα τριγύρω, οι χειρότεροί μου φόβοι επαληθεύτηκαν, δεν ήμασταν στα Κτελ. Και ποιον να ρωτήσουμε τριγύρω, έτσι άπλυτοι και ταλαιπωρημένοι, είχαμε και μια ντροπή πάνω μας.

Μας άφησαν στη Θήβα. Μια βδομάδα δρόμος εκτός αν μας συμμάζευε κανας αγρότης. Ξεκινήσαμε σιγά σιγά, όσο βαστούσε το τυλιγμένο μας φαγητό θα μασταν εντάξει.

Τρεις μέρες μετά, κανένα αυτοκίνητο δεν μας δέχτηκε, σταματήσαμε κι εμείς να ζητάμε δρομολόγιο απ'τον φόβο μην πέσουμε σε καμιά Αστυνομία. Με πόναγε το πουλί, ήταν χιλιογραμμωμένο, με πόναγε και το γόνατο που δεν έλεγε να θρέψει, δίψα, πείνα, και πολλές μα πολλές γρατζουνιές στα γόνατα και τα χέρια απ'το κρύψιμο. Αλλά αυτά δεν με πείραζαν. Θα περνούσαν.

Έξι μέρες μετά, μας συμμάζεψε ένας ομοιδεάτης μας χωρικός, 3 την φορά, οι άλλοι 3 με έναν φίλο του λίγες ώρες αργότερα. Είχα αγωνία, είδα τα Κτελ, είδα κόσμο, μπούχτισα μ'αυτά τα χωράφια, απελπίστηκα, φοβήθηκα κι όλας. Άκουγα κάτι ήχους περίεργους τη νύχτα, παρακαλούσα μην πεθάνω εκεί πέρα, κι ήταν η μάνα μου μακριά.

Είμαι 16 ετών. Στην πατρίδα μου έχουμε πόλεμο και δικαιούμαι ως ανήλικος βάσει των διεθνών συνθηκών άσυλο σε όποια χώρα επιλέξω. Η Ελλάδα μου το αρνήθηκε την πρώτη φορά. Σήμερα έρχομαι δεύτερη φορά. Κρυφά. Χτυπάω το κουδούνι, ανοίγει ένας Ιρανός. Έμαθα μετά. Το μάτι μου πέφτει στις παντούφλες του. Όμορφες δερματόδετες με σιρίτια γαλάζια, σαν πλεξούδες. Κλεμμένες. Έμαθα μετά. Τις αγάπησα εκείνες τις παντούφλες. Τις ζήλεψα. Μου θύμισαν σπίτι. Τα νύχια του Ιρανού μεγάλα και βρώμικα. Κι εγώ βρωμούσα, όμως τα νύχια των ποδιών μου, τα χα καθαρά. Τα ξυνα με ένα ξυλαράκι κάθε δυο μέρες και τα τριβα με αλάτι -όποτε έβρισκα. Ασπρίζαν έτσι. Μ'είχε ορμηνέψει η μάνα μου, πως τα καθαρά ποδόνυχα είναι η ετικέτα του άντρα. Και το τηρούσα.

Με έβαλαν να μοιραστώ ένα κρεβάτι με δυο ακόμη. Δεν με πείραζε, αρκεί να τέντωνα κάπου το κορμί μου. Εκτός από πέτρες και χώματα. Είχα να κοιμηθώ σε στρώμα 15 μέρες. Μου δωσαν ένα πιάτο με κολοκυθάκια βραστά ανάμεικτα με κους κους, και λίγες σταγόνες λάδι, μου φάνηκε χαβιάρι. Μια πετσέτα, μικρή για την καθαριότητα και ένα σεντόνι. Το σεντόνι θα το στρωνα γύρω μου, ήταν το σκέπασμα της νύχτας.

Ήταν Σάββατο, 12 του Σεπτεμβρίου. Οι οδηγίες ήταν σαφείς. Από τις 6 το πρωί όρθιος στο δρόμο και σε κατευθυνόμενα πόστα. Πότε φυλλάδια, πότε φανάρια, άλλοτε τζάμια, κάποιες φορές μικροπωλήσεις σε σπίρτα και αναπτήρες. Δεν με τρόμαζε η δουλειά, μπορούσα να δουλεύω όλη μέρα. Και στην πατρίδα μου δούλευα στα χωράφια. Νυχθημερόν. Και μια πίτα με γιαούρτι μονάχα όλη μέρα στο στομάχι. Αλλά δεν με πείραζε. Η δουλειά μ'έκανε να μη σκέφτομαι, να μην ονειρεύομαι. Τα όνειρα ήταν η καταστροφή μου. Να βλέπω, να ζηλεύω, να ποθώ, να κλαίω, να παραπονιέμαι, να φαντάζομαι, να ..να..να..ναι, αυτά όλα ήταν καταστροφή. Αλλά η δουλειά κρατούσε το μυαλό απασχολημένο.

Πέρασε ένα εξάμηνο έτσι. Κι ήρθε η στιγμή που έμαθα, πως, ναι, θα έμενα στην Ελλάδα, τη χώρα που αγνοούσε το πανεπιστήμιο που τελείωσα και τις 3 γλώσσες που μιλάω, αρκεί, να μη διαμαρτυρόμουν σε τίποτα
.
Ούτε στο ξύλο από τον προστάτη της «οικογένειας» της Ιακωβίδου, ούτε στις απειλές από τους άλλους ξένους για τα πόστα, ούτε στις κλεψιές του μεροκάματου. Ούτε στις φορές εκείνες που θεώρησαν ότι επειδή ήμουν ο μικρότερος της «οικογένειας» είχα χρέος να «εξυπηρετήσω» τους μεγαλύτερους. Δεν ήμουν κορίτσι. Και με πείραζε που με φωνάζαν με γυναικεία ονόματα. Ναι, αυτό με πείραζε. Ούτε η δουλειά, ούτε η ταλαιπώρια, ούτε το γόνατο που 7 μήνες μετά παρέμεινε σχεδόν άκαμπτο -τοπική σηψαιμία είπαν κάποιοι. Αλλά με πείραζε που κάθε που πεφτα να κοιμηθώ ένιωθα ένα όρθιο πουλί να σκαλίζει το κομμάτι της πλάτης μου εκεί κοντά στην μέση. Να το πιέζει, να το απειλή. Την ίδια στιγμή ένιωθα ένα χέρι, του ιδιοκτήτη του πουλιού, μάλλον, να μου σφίγγει το στόμα. Λες και θα μίλαγα. Αφού ήξερα τους όρους, κατανοούσα τις αμίλητες τις συμφωνίες. Την πρώτη φορά πόνεσα. Δεν μπορούσα να καθίσω. Ούτε να σηκώσω τα μάτια μπορούσα. Ένα με το δάπεδο. Τα μάτια εκεί έρπονταν σαν φίδια ανακατεύοντας τη λάσπη των αρμών με την ντροπή μου. Τη δεύτερη φορά καλύτερα, πονούσα λιγότερο, μάτωνα βέβαια ακόμη, την Τρίτη άρχισα να το συνηθίζω. Σωματικά. Αλλά αυτό, με πείραζε περισσότερο απ'όλα. Γιατί δεν ήμουν κορίτσι.

Είμαι αγόρι. Ο Δαυίδ. Είμαι σχεδόν 17. Είμαι το μικρότερο παιδί της «οικογένειας» της Ελλάδας. Και ως εκ τούτου, το χαϊδεμένο της. Σε λάθος σημεία χαιδεμένο. Δεν με πειράζουν οι μελανιές. Ούτε η φτώχια. Ζω με μισό κομμάτι ψωμί βουτηγμένο στο νερό για να φτουράει. Δεν με πειράζει που οι περαστικοί με κοιτούν στραβά. Ούτε που με φωνάζουν βρωμιάρη και μαυρούλη. Δεν με πειράζει που μου πετάνε τα 10 λεπτά στη μούρη και ζητάνε να ξανακαθαρίσω τα τζάμια για δεύτερη φορά, να γυαλίσουν παραπάνω. Όχι, δεν με πειράζει. Αντέχω. Ούτε που με κλωτσάνε τα Ελληνάκια με πειράζει. Ούτε η νύχτα που με περονιάζει. Εκείνο το σεντόνι τρύπησε πια, 2 χρόνια τώρα. Για κουβέρτα ούτε λόγος. Κίνητρο το λένε. Εκείνοι που ξέρουν. «Δούλεψε, κι άλλο, να πάρεις κουβέρτα». Κι η μυρωδιά στο σεντόνι κόριασε πια, απέκτησε μάζα και τρύπωσε στα νήματά του, και δε φεύγει. Συνήθισα και τα χάδια τους. Δεν πονάω πια. Κλείνω τα μάτια, και σχεδόν δεν τους νιώθω.

«Είσαι το αγαπημένο μας παιδάκι»..λένε. «Είσαι το κορίτσι μας, η αγάπη μας». Συνήθισα πια. Έμαθα να τους γνωρίζω μέσα στο σκοτάδι. Απ'τη βία της διείσδυσης. Ποιος είχε καλό μεροκάματο, ποιος όχι. Ποιος απειλείται, ποιος φοβάται, ποιος τσακώθηκε, ποιος είναι «ο καλός». Αλλά αφού δεν πονάω πια, δε βαριέσαι. Σε λίγα χρόνια, θα μαζέψω λεφτά και θα γυρίσω πίσω. Θα χει σταματήσει κι ο πόλεμος. Να δω και τη μάνα μου. Την πεθύμησα. Έχω 1 χρόνο να της μιλήσω. Δεν απαντάει πουθενά. Ούτε οι θειές μου. Ελπίζω να ναι καλά. Θα δούμε. Μόλις μαζέψω λεφτά θα φύγω. Δεν θα μάθει κανείς. Πόσο μου κόστισε η Ελλάδα. Πόσο ακριβά πλήρωσα την καλύτερη ζωή.

Αφού δεν πονάω πια, δεν σκίζομαι κάθε που πάω στο μπάνιο, δεν με νοιάζει. Κλείνω τα μάτια, και γυρνάω πίσω. Στη ζέστη που μ'έπνιγε με την πρώτη ανάσα. Στους χουρμάδες, τις μπανάνες που χουν άρωμα και στις πίτες. Τις ζεστές πίτες, με μια αλειψιά γιαούρτι. Ή ότι είχαμε. Έστω και σκέτες πίτες. Θυμίζουν σπίτι. Και μητέρα. Και θεσμούς. Και όνειρα. Μ'αρέσουν οι πίτες. Κλείνω τα μάτια κι αφήνω τα σκληρά πουλιά να χαράζουν δρόμους στην σπονδυλική μου στήλη. Με πειράζει βέβαια, γιατί όπως σας είπα, δεν είμαι κορίτσι. Αλλά αφού δεν θα το μάθει κανείς, δεν με νοιάζει.

Αρκεί, να μη πονάω. Κι όταν μαζέψω λεφτά θα φύγω. Και κάθε βράδυ ονειρεύομαι. Αυτό το σεντόνι γέμισε πόνο. Αλλά αντέχω. Αντέχω ακόμη.

Είμαι ο Δαυίδ. Αν και άλλοι με φωνάζουν βρωμιάρη, μαυρούλη, αλήτη, αράπη, μαλάκα, κλέφτη. Είμαι σχεδόν 18 και μόλις μαζέψω λεφτά θα φύγω.

Το διήγημα ανήκει στην Καψούρη Κωνσταντίνα κι έλαβε την α' διάκριση στον 1ο Διαδικτυακό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Καλλιτεχνείου Αχαρνών στην κατηγορία "Διήγημα"

0 σχόλια :