Περιοδικό || Διήγημα: Σκουπίδια, Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό του Καλλιτεχνείου

[1] Τετάρτη βράδυ γύρω στις οχτώ κι ο φωτογράφος Νίκος Μόκος είχε τελειώσει τη δουλειά του στο περιοδικό Gold and Trash. Ετοιμαζόταν να φύγει όταν, ήρθε ο Κώστας Περιμένης και τον παρακάλεσε, «Κάνε μου τη χάρη κι έλα να καλύψεις ένα ρεπορτάζ». Ο Μόκος μούτρωσε και με το δίκιο του, αλλά ο Κώστας άρχισε τη γνωστή του κλάψα και τελικά δέχτηκε. Ήταν μια έρευνα για τους αστέγους. Πιασάρικο θέμα. [2] Ο Μόκος τηλεφώνησε στη γυναίκα του να την ειδοποιήσει για την αργοπορία. Τσατίστηκε εκείνη. «Απόψε δεν έχεις κανονίσει να έρθει ο Πάνος;». Ο Παρασύρης ήταν επιστήθιος φίλος. Διαφημιστής. Του είχε υποσχεθεί μια μεγάλη δουλειά. «Ελπίζω ότι δε θα αργήσω. Αρχίστε να τρώτε και θα σας προλάβω» μουρμούρισε. Τον τελευταίο καιρό η Πηνελόπη ήταν όλο νεύρα, όλα της φταίγανε. Ίσως έφταιγε η οικονομική κρίση που σάρωνε τους εθνικούς ορίζοντες και τις ατομικές συνειδήσεις. [3] «Αργείς;» ρώτησε ο Κώστας ανυπόμονα κοιτάζοντας ανέκφραστα από το παράθυρο. Οι δρόμοι είχαν γεμίσει σκουπίδια λόγω της απεργίας. «Φύγαμε». [4] «Είναι ένα παλιό εργοστάσιο υφαντουργίας στο Κερατσίνι. Πρώτα όμως θα περάσουμε από το σουβλατζίδικο του Χάνου. Τα ξέρεις τα μέρη;» τον ρώτησε ο Κώστας μπαίνοντας στο αυτοκίνητο. «Σ' αυτές τις γειτονιές μεγάλωσα». [5] Το Κερατσίνι δεν διέφερε από τις άλλες συνοικίες των μεγάλων πόλεων. Μόνο που δεν είχε προσωπικότητα, κάποια ταυτότητα. Ένα πέρασμα ήταν καθώς ένωνε τον Πειραιά με το Πέραμα και τη Σαλαμίνα. Οι κάτοικοι ψήφιζαν παλιά Αριστερά, ύστερα ΠΑΣΟΚ και τώρα μουντζώνανε τα χάλια τους. Από το cd ακουγόταν η Μαρία Κάλας, Μαντάμ Butterfly. [6] Κοντά στις ξηλωμένες γραμμές του τραμ δίπλα από τον πεζόδρομο συναντήσανε τον πρώτο άστεγο. Φορούσε βρόμικο παλτό, είχε μακριά γένια και χαμένο βλέμμα. Ο Χάνος τους κοιτούσε σα χάνος. «Αυτοί θέλουν σκότωμα, μαγαρίζουν την Ελληνικότητα», έριξε το φαρμάκι του ο Στέφανος ο ντιλίβερι, και τους γέμισε σάλια. Σωματώδης, γύρω στα τριάντα, κουρεμένος γουλί, ακραιφνής εθνικιστής έβλεπε παντού ανθελληνικές συνωμοσίες. Κανείς δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά. [7] Και τότε ο Μόκος διαπίστωσε ότι το φλας δε δούλευε. «Γαμώτο», είπε και σταμάτησε το μυαλό του σαν κάποιος να του έβαλε τρικλοποδιά. «Πετάξου στο σπίτι να φέρεις άλλο φλας» πρότεινε ο Περιμένης. Στη διαδρομή είχε την ασαφή εντύπωση ότι η νύχτα κατάπινε την πόλη. Μπορεί όμως και το αντίθετο. [8] Μπήκε στο σπίτι βιαστικά και βρήκε την Πηνελόπη σε προχωρημένες ερωτικές περιπτύξεις με τον Παρασύρη. Μαρμάρωσε καταπίνοντας αέρα κοπανιστό. Κοιτάζονταν σα χαζοί. Δεν ξέρανε τι να πούνε. Το μυαλό του Μόκου είχε μουδιάσει κι ένα πολικό ψύχος έσφιγγε το στήθος του. Πήρε το φλας από το συρτάρι και φεύγοντας είπε. «Το βράδυ θα μείνω στη θεία Καλή». Η θεία Καλή τον είχε μεγαλώσει. [9] Βγήκε από την πολυκατοικία με κομμένα πόδια. Δεν είχε διάθεση να δει κανέναν. Ο Περιμένης όμως τον περίμενε. [10] Στο παλιό εργοστάσιο υφαντουργίας συνάντησαν έναν άλλο κόσμο. Για την ακρίβεια συνάντησαν τον άλλο κόσμο. Άνθρωποι και σκουπίδια. Άνθρωποι τυλιγμένοι με χαρτόκουτες και κουρέλια. Κάποιος είπε ότι κυκλοφόρησε μια φήμη, έβαζαν λέει δηλητηριασμένα τρόφιμα στους κάδους απορριμμάτων. «Τρεις έχουν πεθάνει ως τώρα, Θέλουνε να μας ξεκάνουν». «Εσάς περνάει ο λόγος σας. Αν μπορείτε να κάνετε κάτι.» εκλιπάρησε μια γυναίκα βγαλμένη από ταινία του Φελίνι. [11] Ήταν ώρα να φύγουνε. «Απόψε θα μείνω στη θεία μου», είπε ο Μόκος με στεγνό στόμα. Ο Κώστας φαινόταν σκεφτικός, μάλλον τον είχαν επηρεάσει όλα αυτά, η δυστυχία των ανθρώπων, ο τρόπος που ζούσαν ανάμεσα στα σκουπίδια, σκουπίδια κι οι ίδιοι κι αυτή η φήμη ότι κάποιοι τους δηλητηρίαζαν. Πήρε ταξί κι έφυγε. Αφύσικος καιρός για Νοέμβρη μήνα. Υγρός και ζεστός. Ο Μόκος πήγε στο σαντουιτσάδικο της πλατείας για να πιει μια μπίρα, ήθελε να σκεφτεί. Τα βήματά του είχαν την πνιγηρή ασάφεια των ημερών. [12] Το γκαρσόνι ο Γιώργος Πετεινάρης τον καλοδέχτηκε. Γνωρίζονταν από παιδιά. Είχανε σαρανταρίσει πια και τίποτα από όσα ονειρευτήκανε δεν είχε γίνει. «Πώς από δω;». Ο Μόκος τού είπε για το άρθρο, τους άστεγους. «Τι κάνει, ρε ο Παρασύρης; Τον βλέπεις καθόλου;». «Καλά είναι». «Χαθήκαμε, βρε παιδί μου». «Ναι, χαθήκαμε». Οι καθρέφτες αντανακλούσαν παλιά βλέμματα και αναμνήσεις λέξεων. «Ε ε ε. Είναι μια αλκοολική... Θα σε ενδιαφέρει. Έρχεται και κοιμάται στα παγκάκια της πλατείας, α νάτη!». [13] Ο Μόκος πήρε δυο μπίρες και την πλησίασε. «Μπορώ να σε φωτογραφίσω;». Ούτε που τον άκουσε. Άνοιξε το κουτάκι και ήπιε με βουλιμία. Απροσδιόριστη η ηλικία της. Δεν είχε δόντια. Ασυνάρτητη η κουβέντα της. «Εγώ δε θέλω έρωτες εμένα μου φτάνει να μιλάω με τα παιδιά μου όλα πέθαναν στη γέννα αλλά εγώ ξέρω τον τρόπο και τους μιλάω». Ο Στέφανος προσπέρασε με το μηχανάκι και κορνάρισε, «Δεν είναι για φωτογράφιση αυτοί! Αυτούς πρέπει να τους βγάλουμε από τη μέση, βρομίζουν τον τόπο» φώναξε πίσω από τα σκουπίδια. Στην πιάτσα των ταξί κουβεντιάζανε για το ποδόσφαιρο. Χλομά φώτα από τις βιτρίνες. Σκυλιά ερεθισμένα. Βιαστικά αυτοκίνητα. «Καληνύχτα» της είπε. Δεν τον άκουσε. [14] Παρότι έφτασε αργά στο σπίτι της θείας Καλής, εκείνη τον περίμενε ξύπνια. «Τι συνέβη παιδί μου;». Υπήρχε αγωνία στη φωνή της κι έσπασαν οι άμυνες του, της τα είπε χαρτί και καλαμάρι. «Να σου βάλω να φας και να ξαπλώσεις. Αύριο θα τα δεις όλα με καθαρό μάτι. Περίμενε μια στιγμή να πετάξω τα σκουπίδια». «Τέτοια ώρα! Άσε, θα τα πετάξω εγώ». «Εσύ δεν ξέρεις». «Τι πάει να πει δε ξέρω!». «Υπάρχουν φτωχοί που ψάχνουνε μέσα στα σκουπίδια για τρόφιμα, τρώνε ότι βρούνε». «Κάτι μου είπες τώρα, θεία!». «Άσε τις σακούλες πλάι από τον κάδο, για τα πετεινά του ουρανού» είπε σαν ψάλτης. Ο Μόκος πήρε τις δύο σακούλες και τις πήγε απέναντι. [15] Κοιμήθηκε δίχως όνειρα και το πρωί ξύπνησε νωρίς, κακοδιάθετος. Έφτιαξε καφέ. Η θεία Καλή δε μπορούσε να πάρει τα πόδια της. Αρθριτικά και γεράματα. «Σε παρακαλώ, πήγαινε εδώ δίπλα, μένει ο Κυριάκος Παρασκευάς, πήγαινε του μερικά ψάρια, είναι φρέσκα». Την κοίταξε με απορία. Τι ήταν αυτός ο τύπος; «Ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Τσακισμένος. Συνταξιούχος». «Καλά», μουρμούρισε ο Μόκος κι αναρωτιόταν πώς είχε ζήσει εδώ μέσα τόσα χρόνια. Το διπλανό σπίτι ήταν ένα ετοιμόρροπο διώροφο. [16] Ανέβηκε στο πάνω πάτωμα από μια τσιμεντένια σκάλα και βρέθηκε στο σπίτι του κυρίου Παρασκευά. [17] «Δε μπορώ να τους βλέπω να ψάχνουν στα σκουπίδια», είπε το καχεκτικό γεροντάκι σα να απαντούσε σε κάποια προϊστορική ερώτηση. Στη βιβλιοθήκη του ξεχώριζαν τα βιβλία τού Παπαδιαμάντη στις ποικίλες εκδόσεις τους. Μια παλιά τηλεόραση ξεχασμένη σε κάποιο κανάλι έπαιζε με χαμηλωμένο τον ήχο. Η ζωή του ήταν ένα παράθυρο που έβλεπε στα σκουπίδια. Ένας μοναχικός άνθρωπος σ' ένα μισοσκότεινο σπίτι. Άθελά του ο Μόκος αναρωτήθηκε αν είχαν κάποιο είδος ερωτικής σχέσης με τη θεία Καλή. «Όλη αυτή η δυστυχία ανάμεσα στα σκουπίδια. Θα έπρεπε να δίδονται λύσεις. Μου σπαράζουν την καρδιά όλοι αυτοί», είπε αργά τονίζοντας τις λέξεις με φαφούτικη περίσκεψη. Το σπίτι μύριζε σάπιο παρελθόν. Ο Μόκος άφησε τα ψάρια στο νεροχύτη. [18] Η Πηνελόπη τηλεφώνησε κατά τις έντεκα. «Δε θέλω να φύγεις από το σπίτι» είπε. «Και τι να κάνω;». «Να κάνουμε μια νέα αρχή». «Προς το παρόν θα μείνω στη θεία Καλή». «Μια επιπολαιότητα ήταν» παραπονέθηκε, έτοιμη να αναλυθεί σε αναφιλητά. Η πόλη αγκομαχούσε μέσα στην εργατική μέρα. [19] Στο περιοδικό πήγε το μεσημέρι. Επικρατούσε αναστάτωση και ένταση. Είχαν γίνει απολύσεις. Ο Κώστας Περιμένης ήταν ανάμεσά τους, οπότε το άρθρο δε θα έβγαινε. Ο Μόκος κοιτούσε αβέβαια τις άχρηστες φωτογραφίες, όταν τηλεφώνησε ο Πάνος, επέμενε να συναντηθούνε και να μιλήσουνε. «Τι να πούμε;». «Να σου εξηγήσω. Είναι κι εκείνη η δουλειά, είναι κρίμα να την πάρει άλλος». Ευτυχώς κάποιος τον κάλεσε στο άλλο τηλέφωνο και κλείσανε. [20] Ο Περιμένης ήρθε να τον αποχαιρετήσει. «Αν ακούσεις για καμιά δουλειά». Μια σκέψη τριβέλιζε το μυαλό του Μόκου. Κι αν όντως κάποιος τους δηλητηρίαζε; [21] Πήγε στο γραφείο του Άγη Πεφάνη. Ήταν ο υπεύθυνος για το αστυνομικό ρεπορτάζ. Περίεργος τύπος, καμιά πενηνταριά χρονών, φανφαρόνος και με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. «Ναι, υπάρχει κάποιος κατά συρροή δολοφόνος. Τρία πτώματα έχουν βρεθεί τίγκα στο ποντικοφάρμακο». «Κι η αστυνομία;» «Η αστυνομία δεν έδωσε από την αρχή τη δέουσα προσοχή και τώρα προσπαθεί να τα κουκουλώσει, δεν το αναφέρει, το κρύβει». [22] Ο Μόκος επέστρεψε στο Κερατσίνι. Αναρωτιόταν αν και κατά πόσο έφταιγε για την «επιπολαιότητα» της Πηνελόπης. Έμεινε ξύπνιος ως αργά σερφάροντας στο διαδίκτυο. Οι ειδήσεις ήταν τρομακτικές. Το πιο τρομαχτικό όμως ήταν η γλώσσα δίχως την ορθογραφία της. Κυρίως η γλώσσα δίχως τα γράμματά της. [23] Όταν ξύπνησε, ήταν μόνος στο σπίτι. Ετοιμάστηκε και βγήκε. Τα σκουπίδια πολιορκούσαν την πόλη. Πήγε στο περίπτερο για τσιγάρα, αλλά ήταν κλειστό. «Σκοτώθηκε χθες, πήδησε από το μπαλκόνι κι έβαλε ένα τέλος σε όλα» τον πληροφόρησε ο μαραμένος χρωματοπώλης. [24] Στο περιοδικό τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Η αλκοολική της φωτογραφίας είχε βρεθεί νεκρή τα χαράματα, δηλητηριασμένη με ποντικοφάρμακο. Πήγε στον Πεφάνη για λεπτομέρειες. «Η αστυνομία έχει συλλάβει έναν ύποπτο εξαιτίας των μυαλών που κουβαλάει. Δουλεύει ντιλίβερι σε ένα σουβλατζίδικο εκεί κοντά». Ο Στέφανος το δίχως άλλο. [25] Ο Νίκος Μόκος είχε την εντύπωση ότι βρισκόταν παγιδευμένος στο λαβύρινθο ενός κόμιξ. [26] Στο σπίτι βρήκε τη θεία Καλή να μισοκοιμάται ακούγοντας τηλεόραση. Η Τρόικα επέμενε στις πιέσεις των νέων μέτρων. Στο τέλος όλοι θα ψάχνανε στα σκουπίδια για φαγώσιμα. «Πού είναι οι χαρτοπετσέτες;» ρώτησε. «Στο κάτω ντουλάπι». Στο κάτω ντουλάπι βρήκε τις χαρτοπετσέτες και στο πάνω ένα καινούριο κουτί ποντικοφάρμακο. Σάστισε, κουδούνισε το μυαλό μου. «Τι είναι αυτό θεία;». Εκείνη στην αρχή έκανε την κουτή, ούτε ήξερε πώς βρέθηκε εκεί το ποντικοφάρμακο, ύστερα είπε κάτι για ποντίκια κι ύστερα παραδέχτηκε τις μακάβριες υποψίες του. «Για να γλιτώσουμε τον κόσμο από τη δυστυχία!» εξήγησε. «Τρελάθηκες θεία;». «Εσύ δεν καταλαβαίνεις παιδί μου. Εμείς επιτελούμε θεάρεστο έργο». «Ποιοι εμείς;» «Ο Κυριάκος κι εγώ». Κεραυνός εν αιθρία του ήρθε. Η θεία Καλή ήταν σα μάνα του. Στα χέρια της μεγάλωσε. Και τι έπρεπε να κάνει; Κλωτσούσε η καρδιά του. Ένα δίλημμα σαν ξενιτιά τον κράτησε ξάγρυπνο. [27] Την άλλη μέρα το πρωί τους συνέλαβε η αστυνομία. Στην Ασφάλεια η θεία Καλή παραδέχτηκε τα πάντα και πήρε όλη την ευθύνη. Ο Μόκος αναρωτιόταν αν έπρεπε να αναφέρει τη συμμετοχή του συνταξιούχου. Φοβόταν ότι θα επιβαρύνει τη θέση του, ότι θα μπλέξει. Ευτυχώς ο Κυριάκος Παρασκευάς εμφανίστηκε σε λίγο αυτοβούλως και δήλωσε περήφανος ότι ήταν ο εμπνευστής του σχεδίου, ο εγκέφαλος. «Επιτελούμε θεάρεστο έργο!» εξομολογήθηκε με σεμνότητα. Οι αστυνομικοί κοιτούσαν απορημένοι. Δε ξέρανε πώς να φερθούνε σ' αυτά τα γεροντάκια με τα γαλήνια πρόσωπα και το ύφος οσιομάρτυρα. [28] Ο Μόκος τηλεφώνησε στον Άγη Πεφάνη για να του βρει έναν δικηγόρο. «Δική μου ήταν η ιδέα να ψάξουν στα μαγαζιά της περιοχής για κάποιον που αγόρασε το δηλητήριο», κοκορεύτηκε εκείνος. [29] Ο Περιμένης ήρθε να του συμπαρασταθεί. «Έχω την εντύπωση ότι όλοι είμαστε σκουπίδια στη χωματερή της ζωής» μουρμούρισε σα να έλεγε δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών. Ο Μόκος κούνησε αφηρημένα το κεφάλι του, η δικιά του εντύπωση ήταν ότι έλειπε από τη ζωή.

Κωνσταντίνος Μοιρολόγος

Γιάννης Ρεμούνδος / β' διάκριση στην κατηγορία "Διήγημα" στον 1ο Διαδικτυακό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Καλλιτεχνείου Αχαρνών / σημεία καιρών

0 σχόλια :