Περιοδικό || Διήγημα: Χρεόγραφο, Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό του Καλλιτεχνείου

Το νερό πινόταν ,τα μελομακάρονα τρώγονταν, το δέντρο στολιζόταν, τα φαγητά μαγειρεύονταν, τα χαμόγελα στριμώχνονταν, κάποια δώρα αγοράζονταν. Οι καφέδες σερβίρονταν, τα παιδιά βρίσκονταν στο κόσμο της Αλίκης και έτρωγαν κρουασάν με γέμιση λευκής σοκολάτας και υγείας.

Νοσταλγούσες τη μέρα που πήγαινες να αγοράσεις αυτοκίνητο και τη πληρότητα που ένιωσες όταν είπες αυτό θέλω, με φωνή στέρεη. Όποτε κατέληγες σε ένα συμπέρασμα προσωρινά αμετάβλητο το διαλαλούσες. Αυτή ήταν η απάντηση σου στην αόρατη ερώτηση της ηλικίας σου. Το ήθελες μαύρο, με λίγα κυβικά, καλό ηχοσύστημα και κλιματισμό. Τα υπόλοιπα στοιχεία του, όπως οι τέσσερις ρόδες, το τιμόνι, το φρένο και το γκάζι υπερπληρούσαν τις ανάγκες σου. Θα πήγαινες την επόμενη μέρα να υπογράψεις. Παράλληλα, εκείνη τη περίοδο η αδερφή σου συζητούσε να μεταναστεύσει στο εξωτερικό για μια καλύτερη ζωή,για ένα αξεπέραστο βιοτικό επίπεδο κι ένα σπίτι με κήπο. Την δέχτηκαν ως σερβιτόρα σε μια καφετέρια της Γερμανίας. Το αυτοκίνητο δε χωρούσε στη βαλίτσα της, αναλογιζόμενη και τους φόρους το άφησε πίσω της. Του έβαλε μια κόκκινη κορδέλα, πλήρωσε την ασφάλεια του ερχόμενου εξαμήνου και σου έδωσε τα κλειδιά. Τα μάτια σου είχαν γίνει υγρά και οι λόγοι δεν μπορούσαν να καταμετρηθούν ή να διαλευκανθούν.

Περνάει ένας χρόνος και μερικές μέρες συναισθηματικής αποκόλλησης. Αγοράζεις μια Χριστουγεννιάτικη κάρτα από το βιβλιοπωλείο, την οποία θα στείλεις ταχυδρομικά. Θα ανοίξει το μπλε φάκελο και θα αγγίξει το χαρτί που γράφεις. Δυο σειρές κλισέ λέξεων ,με διάθεσης αποσιώπησης των ακόμη πιο κλισέ σ αγαπώ, μου λείπεις . Τα εννοείς όπως τότε;

Εκείνη τη Δευτέρα την πήρες τηλέφωνο και της είπες για το ρύζι με τη σάλτσα από κοτόπουλο που μαγείρεψες. Της εξήγησες μέχρι τις πιπεριές, μετά το μυαλό σου κόλλησε.Ήξερε μόνο να αγαπάει. Κρεμα γάλακτος βάζουμε; Γιατί έφυγες; Μανιτάρια έβαλες; Με άφησες μόνη. Καλαμπόκι; Θα μπορούσες να επιστρέψεις. Αλάτι; Η συνταγή ήταν δική σου. Το ρύζι σε δυσκόλεψε; Είναι δύσκολο..

Μια Τετάρτη του καλοκαιριού είχε έρθει με τον Χι της. Θα έμενε ένα μήνα στην Ελλάδα, ύστερα από πολλούς άλλους ακατάπαυστης δουλειάς. Σε βρήκε στο σπίτι σας.Εκείνη ούρλιαξε,εσύ έτεινες το χέρι σου άνευρα για μια θερμή χειραψία. Σε τράβηξε πάνω της σχεδόν βίαια, τα χέρια σου κοιτούσαν χαμηλά. Έκλεισες τα μάτια και θυμήθηκες τις μέρες που σε ξυπνούσε ενώ κοιμόσουν για να σου πει τις περιπέτειες της. Κοιμάμαι μικρή εξερευνήτρια, κοιμάμαι.. Τη φίλησες στο λαιμό ,ακούμπησες τις παλάμες σου στη σπονδυλική της στήλη κι άφησες την αναπνοή που κράτουσες. Εκείνη τραβήχτηκε, πήγε στον επόμενο κι άφησε τον Χι για αναπληρωματικό. Συνέβησαν τα ίδια χωρίς την αναπόληση.

Θα κοιμόντουσαν χωριστά για πρώτη φορά από τη μέρα που γνωρίστηκαν. Ήταν η δική τους παύση και την έκανε για να βρεθεί κοντά σου. Ήταν βράδυ, περιφερόταν με τα ρούχα σου σε όλα τα δωμάτια. Βημάτιζε γρήγορα κι εσύ κάτι έγραφες στον υπολογιστή σου. Δεν ήσουν από πίσω της, ούτε είχες βάλει τα ακουστικά σου για να ακούσεις τραγούδια. Δεν είχε αλλάξει τίποτα κι όλα της φάνηκαν διαφορετικά. Τα βήματα και οι συμπερασματικοί ψίθυροι της είχαν μια αλλότινη μουσικότητα.

Θα μπορούσες να της πεις τα νέα σου με γλαφυρό τρόπο, να της δείξεις τις καινούριες σου λέξεις στο κακοτυπωμένο χαρτί, να της αναλύσεις τα σχέδια που είχες για το μέλλον. Να της καθαρίσεις φρούτα όπως έκανες στο παλιό σας σπίτι ,όταν εκείνη διάβαζε για τις πανελλαδικές στους τέσσερις κοινούς σας τοίχους. Να της αγοράσεις το διαχρονικά αγαπημένο της μιλφέιγ. Να της πεις ευχαριστώ για τη μέρα που σου έσωσε τη ζωή, όταν λόγω της υπνοβασίας σου είχες καθίσει πάνω στο μπαλκόνι με τα πόδια στον αέρα. Θα μπορούσες να της δώσεις το κλειδί του αυτοκινήτου της χωρίς να χρειαστεί να στο ζητήσει.

Βγήκε με τον Χι κι επέστρεψε τα ξημερώματα. Τα τακούνια της έκαναν ένα απαίσιο, φρικτό ήχο λες κι έσερναν κιμωλία πάνω σε πίνακα. Κοιμήθηκε στο κρεβάτι σου κι εσύ στο διπλό του άλλου ορόφου. Φοβόταν το δωμάτιο του ισογείου κι εσύ το ορθοπεδικό στρώμα. Στριφογύριζες πάνω του ρυθμικώς, άλλοτε επιβραδυνόμενα, άλλοτε συγκοπτόμενα κι άλλοτε επιταχυνόμενα. Η αυπνία, αλληλένδετη με τις ανησυχίες της ψυχής είναι σύμπτωμα της νύχτας. Σε ξύπνησε η αφύπνιση του κινητού σου..

Ήταν 10 και πήγατε στη θάλασσα. Να οδηγήσω εγώ; Είναι ένα από τα πράγματα που μου έχουν λείψει. Γιατί το δικαιολογούσε; Σκεφτόσουν. Βρήκατε δυο κίτρινες ξαπλώστρες και βγάλατε τις πετσέτες σας. Καφέ θες; Νερό; Θα πάρουμε κάτι να φάμε; Έβαλες αντηλιακό στο πρόσωπο; Μπαίνουμε για μια βουτιά; Έψαχνε ένα τρόπο να σου πει κάτι ουσιαστικό, αλλα όλο της ξέφευγαν κάτι τέτοια σημαντικά ασήμαντα. Μετά τον ολιγόλεπτο μονόλογό της και την άρνηση σου να βουτήξετε για να μη φύγει το αντηλιακό που είχες βάλει ακολούθησε μια αποτρόπαιη δίωρη σιωπή. Εκείνη χασκογελούσε σε όλα τα πιτσιρίκια κάτω των πέντε κι εσύ γέμιζες τους πόρους του δέρματός σου με στρώσεις αντηλιακού. Λάδι δε βάζεις ποτέ; Της ξέφυγε.

Της έδειξες το νέο σου απόκτημα.Ένα βιαστικό τατουάζ που έκανες μια βιαστική μέρα που ο Ψυ σου χάραζε το τρίτο του. Κράτησε είκοσι λεπτά , μετρούσε εννιά μήνες και θα έμενε όσο κι εσύ. Τα αγχωμένα σου τσίνορα τρεμόπαιζαν νευρικά μέχρι να αποφανθεί. Ήθελε να κάνει ένα παρόμοιο. Αυτές οι στιγμές μπορούσαν να καταμετρηθούν στα δάχτυλα ενός ακρωτηριασμένου χεριού. Παύση. Υπερβολικά αισιόδοξη. Βιαστική σχεδόν-

Το ίδιο βράδυ βγήκατε με τον Χι της και τον Ψυ σου. Ήταν ένα διπλό κουαρτέτο με ασυνήθιστη ενοργάνωση όπου το σύνολο της μουσικής του τραπεζιού τύπωνε μια παρτιτούρα ατελείωτης μορφής. Τα μουσικά φύλλα με το τυπωμένο ρεπερτόριο μπήκαν στις διχάλες των δακτύλων σου το επόμενο βράδυ όταν βρεθήκατε για ένα ντουέτο. Θέλω την αλήθεια, έτεινες σε ανύποπτη στιγμή. Παραμέρισε το σκωπτικό χιούμορ που τη συνόδευε και μίλησε με καταφρονητικά λόγια χωρίς παρτενέρ. Εσύ άκουσες πειθήνια ως το τέλος.Ύστερα πήρες τον αναπτήρα σου και έκαψες την άκρη του τσιγάρου σου μόνο..Με ένα υπόκωφο ντορεμι.

Τα χαρτάκια του ημερολογίου κοβόντουσαν. Ώρα αποχώρισης: βασανιστική . Οι βαλίτσες φτιάχνονταν , τα αυτοκίνητα φορτώνονταν με τις αποσκευές, τα χέρια προετοιμάζονταν και τα αεροπλάνα πετούσαν. Σου τηλεφώνησε μόλις έφτασε ακαριαία. Θα μπορούσες να φτιάξεις εσύ τις βαλίτσες της, να της δώσεις όλα τα βιβλία από τη βιβλιοθήκη σου όταν σου ζήτησε το ένα. Να της μιλήσεις για τον Ενεστώτα που σε μπερδεύει, να την ευχαριστήσεις για τον Εξακολουθητικό χρόνο που συντηρεί. Σε πιάνουν πανικοβλητικά δάκρυα.

Σήμερα θα μπορούσες να είχες ξυπνήσει νωρίτερα, να άκουγες τον ήχο του σταθερού τηλεφώνου, να έλεγες ευτυχισμένη Καλά Χριστούγεννα. Θα μπορούσες να της πεις ότι τα ρούχα τσαλακώνονται, η σκόνη στο δωμάτιο αιωρείται και τα τσιγάρα τελειώνουν. Να της μιλήσω για εκείνα που διαμαρτύρονται στην απουσία της. Κι όταν ξυπνήσω να είναι εκεί για να μη φοβάμαι.

*Το διήγημα ανήκει στην Καψούρη Κωνσταντίνα κι έλαβε έπαινο στον 1ο Διαδικτυακό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Καλλιτεχνείου Αχαρνών στην κατηγορία "Διήγημα"

0 σχόλια :