Περιοδικό || Διήγημα: Αντιγόνη, Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό του Καλλιτεχνείου

Έφυγε. Μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε. Δεν μπόρεσα να τον εμποδίσω, αλλά και δεν ήθελα να σταθώ εμπόδιο σε αυτήν την απόφαση των γονιών του, να τον φυγαδεύσουν. Ναι πρόκειται για μια ξαφνική φυγάδευση, με μόνο και μοναδικό σκοπό να τον σώσουν. Έτσι είπαν. Τώρα ζω παρέα με τις αναμνήσεις. Κάθε βράδυ πριν κλείσω τα μάτια προσπαθώ να φτάσω τον ραγισμένο καθρέφτη του σπιτιού μας. Δεν τα καταφέρνω. Είμαι πολύ κοντή. Παίρνω κρυφά το σκαμνάκι από το διάδρομο, πατάω επάνω και συνομιλώ με τον εαυτό μου. Συνομιλώ σιγά χωρίς να καταλάβει κάτι η μάννα μου. Αλλά και αν φωνάξω νομίζω πως δεν πρόκειται κάτι να γίνει. Αυτή τώρα τελευταία ζει παρέα με τα lexotanil. Μόλις πάρει την δόση της πέφτει ξερή και δεν καταλαβαίνει τίποτα. Κοιμόμαστε στο ίδιο δωμάτιο, κάτω στο πάτωμα σε κάτι
ξεχαρβαλωμένες ψάθες. Φράγκο δεν υπάρχει. Η μάννα μου τα βράδια πηγαίνει και τρίβει τις πλάτες και τα πόδια μερικών από τη γειτονιά, έτσι για να πάρει τα τσιγάρα της. Εγώ κάνω τράκα ένα δυο τσιγάρα από δω και από κει, εννοείται με αντάλλαγμα.
Προχθές ήλθε αυτός από τις φυλακές της Κομοτηνής. Λέω αυτός και δεν λέω ο πατέρας μου. Τον σιχαίνομαι. Είμαι μια ψεύτικη κούκλα. Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα. Αυτός ο δήθεν πατέρας μου λαχάνιαζε πάνω της, ξεσπούσε. Εγώ έκλεινα τα αυτιά μου και έλεγα μη μιλάς οι κούκλες δεν
μιλάνε. Όταν ξημέρωσε και αντί να είναι ήρεμος τους άκουσα όπως και τόσες άλλες φορές να πλακώνονται στο ξύλο. Η μάννα μου δεν πήγαινε πίσω, τον έβριζε και του θύμιζε τα παλιά. Ρεμάλι τον ανέβαζε, ρεμάλι τον κατέβαζε. Εγώ του είπε, που για χάρη σου στο παζάρι πουλούσα τα
ναρκωτικά, που τα είχα μέσα στο σουτιέν για να μη με πάρουν είδηση οι μπάτσοι! Εγώ που ήθελα να σε βγάλω από κει μέσα! Να σε βγάλω από το λούκι των ναρκωτικών. Τώρα εσύ τι ζητάς; Δεν σε πρόδωσα, ποτέ δεν πουλήθηκα! Αυτός λυσσασμένο σκυλί όρμησε πάνω της. Λες ψέματα της είπε, ξέρω ότι πας με τον έναν και με τον άλλον, από τότε που με έβαλαν μέσα τραβιέσαι, ήρθα να σε εκδικηθώ! Το ξέρω ότι λες ψέματα. Εγώ δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα. Ήμουν πολύ κοντή. Αυτός είχε ένα μπόι ίσα με τα δυο μέτρα και βάλε. Όταν έβαφε τα σπίτια δεν έβαζε σκάλα. Εγώ είμαι πολύ κοντή και δεν αντέδρασα. Τον είδα να βγάζει από τη τσέπη του ένα ψαλίδι και με μια κίνηση να την αρπάζει από τα μαλλιά και να την πατάει κάτω. Δεν αντέδρασα. Δεν μπορούσα. Με γέννησαν κοντή.
Από τότε ζω παρέα με ένα τσιγάρο στο χέρι. Κάθε βράδυ προσπαθώ να πάρω ύψος. Καπνίζω και φυσάω το καπνό πάνω στο μεγάλο καθρέφτη, συνομιλώ με τον καθρέφτη. Η εικόνα εκείνη του πρωινού με συνοδεύει σε κάθε μου βήμα, σε κάθε ανούσιο ραντεβού. Δυο τρεις ψαλιδιές και τα μαλλιά της κάτω στο πάτωμα. Άφριζε και έβριζε. Κάθε βράδυ στον καθρέφτη βλέπω τα μαλλιά της μάνας μου και τον μισώ ακόμη περισσότερο. Τον μισώ γι αυτό που μου έκανε, να είμαι ένα τόσο δα
μικρό κοριτσάκι. Από τότε έχω γεμίσει το σώμα μου με Τατουάζ. Παντού στο σώμα μου το όνομά μου. Αντιγόνη! Αντιγόνη! Μου αρέσει αυτό το όνομα σε αντίθεση με το σώμα μου που σιχαίνομαι. Ένα σώμα στραβό, με πόδια στραβά, και με ένα κεφάλι μεγάλο σαν αυτό του βοδιού. Περπατάω
και όλοι με κοιτάζουν περίεργα. Σε μισώ. Από τότε που κούρεψες τη μάννα μου, κούρεψες και τη δικιά μου ψυχή. Γιατί με γέννησες έτσι; Γιατί με γέννησες σε αυτήν την γειτονιά; Εδώ όλοι είναι φτωχοί και ταλαιπωρημένοι, όμως πολύ ντόμπροι άνθρωποι, κουβαλάνε στη πλάτη με το σαμάρι τα καπνά, και το βράδυ ξημεροβραδιάζονται στην Κοντύλω στο μπαρ δίπλα στα νερά της Αγίας Βαρβάρας. Όσα βγάζουν τα τρώνε σε μια βραδιά. Από πού να ξεκινήσω δεν ξέρω. Στην είσοδο της
γειτονιάς, Λεωνίδα 67, το παντοπωλείο που έκλεισε. Δίπλα η τουλούμπα, εξέχει μόνο μια σωλήνα, όλη η άλλη είναι βουτηγμένη στο τσιμέντο. Οι καρδιές εδώ είναι βουτηγμένες στο αίμα. Αυτός βγήκε τότε από τις φυλακές και σε αυτό το σημείο ακριβώς έκοψε το κεφάλι της πεθεράς του. Αυτή τον χώρισε από την κόρη του, δεν τον ήθελε. Κάθε βράδυ όταν πηγαίνω ραντεβού εκεί, μια αδύνατη φωνή βγαίνει μέσα από τη τουλούμπα, και ζητάει βοήθεια. Στο πρώτο δρόμο δεξιά, Κίμωνος 7, ο
Γιορδάνης που όταν πήγε στην Αθήνα έγινε Γιορδάνα. Τέρμα μέσα στα χωράφια, το σπίτι του Γιουσούφ. Κάθε βράδυ πήγαινε και έπινε ούζο στο μπακάλικο του Πάνου. Δεν είχε λεφτά για να πληρώσει και ο μπακάλης του έφαγε το σπίτι. Εγώ ζω στο κέντρο της γειτονιάς, κοντά στο μπακάλικο του Πατιά, που η γυναίκα του η Κωνσταντούλα μετράει με τα δάχτυλα. Παραδίπλα, η φίλη μου η Αναστασία. Ο αδελφός της κάθε βράδυ την χτυπάει. Αυτή βγαίνει έξω και μιλάει με τον εαυτό της. Βάφει τα χείλη της και μερικές φορές έτσι μπερδεύεται και βάφει και το πρόσωπό της, τα δάχτυλά της μπερδεύονται, μαζί και η ψυχή της. Μοιάζουμε πολύ μαζί. Κάποιοι την πληρώνουν και κοιμούνται μαζί της. Τώρα τελευταία τα έχασε τελείως περπατάει και μιλάει με κάποιους που μόνο αυτή βλέπει.
Μου αρέσει να χορεύω και να τραγουδάω, να μεθάω και να ξεχνάω. Προχθές τα ήπιαμε με τον Τζίτζη. Θυμήθηκα τον Σάντρο, έσπασα ένα μπουκάλι ρετσίνα και έκανα χαρακίρι. Τα αίματα με πήραν. Την ίδια στιγμή ήλθε και το περιπολικό. Ο Τζίτζης τύφλα στο μεθύσι όρμησε πάνω τους. Να κάνω έρωτα με τη γυναίκα μου και συ να παίρνεις μάτι, είπε Οι μπάτσοι το βούλωσαν και έφυγαν.
Θεμιστοκλέους 10 στο βάθος αριστερά ο ακροβάτης ο Κώστας ο Λουλούμπας με την φαρδιά μύτη. Παλαιστής και μποξέρ. Δίνει παραστάσεις μέσα στη γειτονιά και πάνω στη μύτη του βάζει τραπέζια και μηχανές. Κάποτε θέλησε και μένα να με ανεβάσει πάνω στη μύτη του. Του είπα, όχι, και από τότε δεν μιλιόμαστε. Τον Σάντρο τον φυγάδευσαν. Δεν με ήθελαν. Τι να θέλουν από μένα! Εγώ
είμαι μια πολύ κοντή κοπέλα. Έτσι με γέννησαν. Είμαι πολύ μελαχρινή, και τώρα τελευταία κιόλας βρίζω σαν τα αγόρια της γειτονιάς μου. Ο πατέρας του μάρτυρας του Ιεχωβά φυγάδευσε τον γιό
του σε μια ψυχιατρική κλινική στη Γερμανία. Ίσως ο γιός του να πήρε από μένα. Έβριζε το ίδιο όπως και εγώ. Έπινε το ίδιο όπως και εγώ. Ξενυχτούσε το ίδιο όπως και εγώ. Στον έρωτα λαχανιάζαμε μαζί. Ήταν ο μόνος μέσα από τη γειτονιά που με αγάπησε πραγματικά. Όλοι οι άλλοι
περνούσαν πάνω μου, δεν ήθελαν την Αντιγόνη, αλλά αυτό ατσούμπαλο κορμί μου. Τον φυγάδευσαν με σκοπό να τον σώσουν. Εμένα ποιος θα με φυγαδεύσει; Εμένα ποιος θα με σώσει; Φοβάμαι αυτόν μέσα στις φυλακές. Τα βράδια δεν κοιμάμαι. Τις πόρτες τις κλείνω καλά. Το ξέρω πως πάλι θα αποδράσει και πάλι θα έρθει προς τα εδώ. Φοβάμαι. Τι έμεινε πάνω μου; Μόνο αυτά τα μεγάλα μου μαύρα μαλλιά, που όταν περπατάω γίνονται ένα με το χώμα. Φοβάμαι, δεν θέλω να χαθώ στον ήχο του ψαλιδιού.
Σιχαίνομαι τα ψαλίδια. Εμένα ποιος θα με φυγαδεύσει;

*Το διήγημα ανήκει στον Φωτιάδη Άγγελος κι έλαβε έπαινο στον 1ο Διαδικτυακό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Καλλιτεχνείου Αχαρνών στην κατηγορία "Διήγημα"

0 σχόλια :