Περιοδικό || Ποίηση #1: Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό του Καλλιτεχνείου



ΗΛΙΑΝΘΟΣ (το ψευδώνυμο του κ. Παλιουργιώτη Μόσχου)

Κατά συρροήν Οδυσσέας
Λυγισμένο, απ’την χορδή του τέλεια κουρδισμένο,
γι ’άλλη μια φορά, το δοξάρι σηκώνω επιδεικτικά,
στους από χρόνους διαφεντεύοντες μνηστήρες την Ιθάκη μου,
παράσιτα στους κόπους μου, στoυ ιδρώτα μου παλάτι μου.
Χειροκροτούνε δυνατά, μου φαίνεται σιγογελούν, χλευάζουνε ψιθυριστά.
Του κατορθώματος ανταμείβουν την προσπάθεια και τούτη τη φορά,
ναυλώνοντας καράβι για να με πάει μακριά, στο άγνωστο, στο πουθενά.
Και ‘γώ, ξανά λιγόψυχος, καθώς τα βέλη απάνω τους δεν ρίχνω, στο πλοίο πάω απάνω,
για μια στιγμή που σταματώ γυρίζω κι’ αναβάνω:
«Θα’ρθω ξανά, σοφότερος, εμπειρικά ανώτερος,
που’σείς για να με φτάνατε Δέκα ζωές θα χάνατε!»
Ανόητη απατηλή δικαιολογία, σκέπαστρο, ψευδαίσθηση, παρωδία,
στην θλίψη του νέου αποχωρισμού, του υποτιθέμενου τελικού προορισμού.
Το δάκρυ κυλά στη σκέψη ότι αν αξιωθώ, τα ευλογημένα χώματα να ξαναδώ,
ο Άργος μου, ο γερο Λαέρτης, η Βάγια, από καιρούς πολλούς θα’χουν πεθάνει,
του ταξιδιού μου τις πληγές, κανείς δεν θα μου‘γιάνει.
Και η Πηνελόπη , άγνωστη μορφή, ανύπαρκτη, για πάντα πιθανή,
τον γιο μου τον Τηλέμαχο ποτές δεν θα γεννήσει
και το χαλί το ατέλειωτο ποτές δε θα αρχίσει.
Και ο αργαλειός ονείρων μου, στην άκρη πεταμένος ,
άχρηστος έχει από καιρό, αδούλευτος, σαρακοφαγωμένος.

Πατημασιές
Οι μέρες μας απ΄ την αρχή καθορισμένες,
βαθιές πατημασιές σε έρμη παραλία
στης ύπαρξής μας άπιαστη, άυλη άμμο.
Από την μοίρα μας μία προς μία μετρημένες,
σε ρόλο επιβλέποντος ‘δια τυχόν ατασθαλία’
μην στα κλεφτά και κάνουμε καμία παραπάνω.
Κι ο χρόνος με τον θάνατο μην έχοντας πώς να περνούν,
ανέγγιχτοι από θεών φοβέρα,
μακάβριο και απεχθές παιχνίδι κουμαντάρουν.
Από ποιον πρώτα τα ίχνη θα σβηστούν,
το κύμα της καταστροφής, της λήθης τον αγέρα,
συνέχεια κι ακούραστα ποντάρουν.

Πολύφημος
Για ατόπημα τίμημα βαρύ το θεωρεί,
λέει για μια φορά πως στη ζωή του ότι μέθυσε,
κι έκτοτε μεσ’ στα σκοτάδια μόνος ζει,
σαν ο Κανένας μέσ’ στο μάτι ξύλο του έμπηξε.

Θεούς και δαίμονες ολημερίς τους καταριέται
κι αυτούς συνένοχους στο δράμα του τους έχει,
γι’ αυτούς που έφαγε ποτές δεν συλλογιέται,
φιλοξενίας και συμπόνιας έννοιες ….πέρα βρέχει.

Κι οι σύντροφοί του τυχαία σαν τον βρίσκουν,
αυτός πατόκορφα τους βρίζει έναν έναν,
στο πάθημά του λογοπαίγνια εφευρίσκουν:
«Σε πείραξε Κανένας…είδες Κανέναν;»

Συνοδοιπόροι παλιοί
Στις σειρήνες των καιρών ανεπηρέαστος παρέμεινα… Αναισθησία!
Στις αξίες τις παλιές πάντα πιστός…Ανωριμότητα!
Της ειλικρίνειας που είμαι οπαδός…Ωμότητα!
Καλοδεχούμενη η βολική σας η ετυμηγορία.

Τάφος όμως εγώ αισθάνομαι, καιρών αρχαίων,
που από τη γη προσφάτως ξεσκεπάστηκε,
ασύλητος, σαν μόλις να κατασκευάστηκε
κι αντάμωσε ολογράμματα αλλοτινών ανθρώπων, σπουδαίων

Κρουαζιέρα
Είναι στιγμές στ’ αλήθεια που λέμε θα κατέβουμε,
αυτό το σαπιοκάραβο θαρρείς με μάγια μας κρατάει,
θυμόμαστε θυσίες και κόπους που κάναμε να ανέβουμε
όταν μας παραμύθιαζαν σ΄ ονειρεμένους τόπους θα μας πάει.

Μα σαν λιμάνι πιάσουμε ούτε που το τολμάμε,
οι αποβιβάσεις μας για πολλοστή φορά στη θεωρία μένουνε,
εικάζουμε η ενδοχώρα του νησιού πως θα’ ναι αν πάμε
και σχολιάζουμε καινούργιους επιβάτες που θα ανέβουνε.

Τον χρόνο μας περνάμε στο κατάστρωμα σαχλολογόντας,
τι μεσημεριανό, τι βραδινό άραγε θα μας σερβιριστεί,
με χιλιοειπωμένα ανέκδοτα της συμφοράς χαζογελώντας
και αν θα παίξουν κάτι νέο τη βραδιά χορού οι μουσικοί.

Και καμαρότοι κόλακες κάθε λογής περιφερόμενοι
με λόγια γλυκά μας δημιουργούνε ένα αίσθημα ευφορίας,
η λίμπιντό μας απ’ το ναδίρ ταχέως ανερχόμενη,
ευτυχισμένοι προς στιγμήν σε απέραντα πελάγη αναισθησίας.

*Η συμμετοχή του κ. Παλιουργιώτη Μόσχου έλαβε έπαινο στην κατηγορία "Ποίηση" του 1ου Διαδικτυακού Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Καλλιτεχνείου Αχαρνών.

0 σχόλια :