Περιοδικό || Ποίηση #4: Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό του Καλλιτεχνείου


Γιώργος Καββαδίας



14/2/2012
Οι ποιητές δε σώπασαν ποτέ... μα αναρωτιέμαι, μήπως εσύ έπαψες να ακούς;
Οι σάλπιγγες ηχούν μήνες τώρα,
μα εσύ παραμένεις καρφωμένος στο άρμα σου το πολυπόθητο, δίχως το χέρι να κουνάς.
Αγκιστρωμένος απ' τα χείλη… τα δικά σου, τα δικά του, ίσως και τα δικά μου.
Οι ποιητές δε σώπασαν ποτέ... μα η εποχή σωπαίνει χρόνια τώρα απ' τα βάθη της.
Σωπαίνει με μια ακατανίκητη φασαρία που πλημμυρίζει τους οχετούς αηδία και ντροπή.
Μα ναι, κι η ντροπή πλέον πουλιέται στις λαϊκές αγορές της γειτονιάς σου,
μπορείς να στολίσεις με αυτήν κάθε σημείο του σπιτιού σου.
Βάλ' την δίπλα στη φωτογραφία της γιαγιάς σου,
δίπλα στο φωτιστικό που αγόρασες από τη Βαρκελώνη,
ή στο αγαλματίδιο που διάλεξες στις Βρυξέλλες.
Κι ύστερα βγες στη βεράντα σου, και κάνε πως ακούς τους μικρούς "κλέφτες" να κελαηδούν από την σκονισμένη νεραντζιά και την άρρωστη αμυγδαλιά,
που δεκαπέντε χρόνια πέρασαν κι ακόμα να γιάνει.
Μα δεν είναι η αρρώστια που θα φύγει, πότε άλλωστε οι άρρωστοι έφυγαν μονάχοι τους;
Είναι εκείνη που πρέπει να γίνει καλά και να τους διώξει.
Είναι το έδαφος που πρέπει να λερωθεί από το αίμα το κακό.
Κι ίσως ο ουρανός, κάποτε να το καθαρίσει... μετά από βροχές χρόνων, αιώνων...
Οι ποιητές δε σώπασαν ποτέ... μα δε θα τους βρεις στις τηλεοράσεις, στις εφημερίδες, στα περιοδικά. Θα ’ναι κάπου εκεί στο δρόμο, μπορεί καλοντυμένοι, μπορεί όμως και ρακένδυτοι.
Μπορεί με γυαλιά και σοφιστικέ βλέμμα, μπορεί και ταπεινοί ή ντροπιασμένοι,
να κοιμούνται σε χαρτόκουτες και να περιμένουν το αυριανό συσσίτιο.
Δεν είναι συγγραφείς, είναι αυτό που φοβάσαι.
Οι ποιητές δε σώπασαν ποτέ... μα τους τύφλωσαν τα φώτα της ημέρας κι ύστερα τους κρύψαν’ το φεγγάρι.
Πιο πολύ με φοβίζει, η μέρα που δε θα μπορούμε να δούμε,
να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο στα μάτια.
Τότε θα σε χάσω οριστικά!
Απόψε φυσάει θάνατος... αν βγεις, ντύσου καλά!

19/4/2012
Σαν από τσίμπημα μέλισσας, οι ιδέες σου φουσκώνουν και φουσκώνουν και φουσκώνουν…
Ο αέρας έρχεται,
τις παίρνει αγκαζέ και τις ταξιδεύει στις πιο απόκρημνες πλαγιές του ορίζοντα.
Το μαχαίρι του πιέζει βαθιά και σκάει την ουτοπία,
σαν να μην υπήρξε ποτέ η αρχή... η μέση... μόνο τέλος...
Το ταίρι του. Το ταίρι του ζητά ο άνεμος σε δραπέτες παιδικών ονείρων.
Κι όταν η φυγή γίνει ζήση σου,
τότε η συνήθεια χτυπάει το κόκκινο φανάρι στο κέντρο πόλεων μεγάλων, αχανών.
Αχαρνών... γωνία.
Τα νύχια του μπήγει βαθιά στις σάρκες γυναικών άλλων, άγνωστων, μοναχικών.
Σε αίθουσες που σφύζουν από την αρχή της ζωής.
Σαν να επρόκειτο ξανά ο Αδάμ να γεννηθεί και από τη σάρκα του η Εύα να καταδικάσει το ανθρώπινο γένος ξανά.
Η κρυφή μας επιθυμία που ντύθηκε γυνή και υποθάλπει την φαλλοκρατική μας παράνοια.
Μα δεν είναι το παραμύθι αυτό που σε διδάσκει, δεν είναι η παραβολές,
είναι η ίδια η ζωή που συνεχώς αναζητά εξιλαστήριο θύμα για το θαύμα της αναγέννησης.
Στο μελαχρινό των ματιών σου, καθρεφτίζεται ο αργαλειός των όρκων σου.
Μια λίστα παιδική, κιτρινισμένη.
Ποτισμένη με εκείνη την ουτοπία που κάποτε έχασες μέσα στην μπόρα.
Ποτισμένη με τη θνησιμότητα όσων δεν έμειναν να ακολουθήσουν,
να παρακολουθήσουν,
να παρατηρήσουν,
να επιτηρήσουν, την αρχή και τη μέση...
Βουτιά… σε βραχώδη ακτή...
Όστρακο ακέραιο, καλά κρυμμένο στη χούφτα μου.
Όστρακο βουβό.


4/7/2012
Σαν να τραβάνε τα δεσμά σου οι φωτιές ματιών ορθάνοιχτα κλειστών.
Σαν να μαζεύεις γύρω σου τη γύρη από λουλούδια αποξηραμένα,
στολισμένα σε μιαν άκρη του δωματίου σου,
πάνω από μια κορνίζα ασπρόμαυρη.
Φώτα χαμηλωμένα, φτηνά ποτά και το μεθύσι σου το ίδιο φτηνό με χθες.
Ξανά στην άκρη του κρεβατιού σου θα βρεθείς να ονειροβατείς,
να ισορροπείς ακουμπώντας και τα δυο σου πόδια στη γη...
Μα κι η γη, τι νόμιζες πως είναι φίλε μου;
Μια σφαίρα.
Μια σφαίρα που όλο γυρίζει και στο τέλος θα καρφωθεί στην αγκαλιά όποιου θεού βρεθεί ευάλωτος.
Το ουράνιο τόξο. Ψεύτικο κι αυτό. Ούτε βέλος δεν έχει άλλωστε επάνω του!
Που και που, στο βιβλίο επισκεπτών,
συναντώ τον γραφικό χαρακτήρα της σιωπής σου.
Ξετυλίγεται αργά, τρομακτικά ήσυχα και ταυτόχρονα αγχωτικά.
Χαπάκια για την πίεση, το ζάχαρο, τη χοληστερίνη, την μνήμη...
Υγεία για τον κάδο ανακύκλωσης, κι αγάπη.
Αχ, αγάπη!
Η ντροπή σου στον καθρέφτη δημιουργεί θαμπάδα,
και το βάθος της ματιάς σου ρίγη.
Μην τρέμεις άλλο πια, σε ελευθέρωσα...


11/10/2012
Κι είναι οι φορές εκείνες που θες να εξαφανιστείς.
Για λίγο, για πολύ, δεν παίζει ρόλο.
Κι ύστερα κάνεις ένα βήμα πίσω, το μετανιώνεις.
Μπράβο, έκανες πάλι την επανάστασή σου.
Μα έξω φυσάει γαμώτο, κι ο αέρας δεν είναι σαν χθες.
Τα μάτια μιας πολιτείας,
που τυφλή ακόμα από παιδί προσπαθεί να διακρίνει το σωστό από το λάθος.
Μια μελωδία αλλιώτικη, από σπανιόλικη κιθάρα εκτελεσμένο στα τρία μέτρα.
"Το κεράκι στην τούρτα συνεχίζει να τρεμοπαίζει",
τι στο διάολο, πότε τελειώνει η μπαταρία του;
Σουρούπωσε ε; Καλή φάση!
Κάποτε όταν σουρούπωνε, παίρναμε την μπάλα και αφήναμε πίσω μας την πλατεία.
Τώρα, δε θέλουμε να γυρίσουμε σπίτι.
Αν δεν ήταν και αυτό που αποκαλούν "κούραση", "μπάνιο", "σπιτικό φαγητό",
τι θα μας κρατούσε;
“Οι δεσμοί”, θα μου πεις έχοντας ζυγίσει τα πάντα, όντας σίγουρη.
Μα κι αυτοί φθείρονται, σπάνε!
Επιβιβαστήκαμε, κι οι πόρτες, μας είπαν, πως ανοίγουν στην επόμενη στάση.
Τακτακ τακτακ κι όχι τσαφ τσουφ!
Κι αυτό λάθος μας το έμαθαν.
Φοβάμαι μερικές φορές μήπως δεν έμαθα τίποτα σωστό τελικά.
Όλα για όλα λάθος.
Διαδρομή υπόγεια, επίγεια, υπέργεια.
Μηδέν στον έλεγχο, και διαγωγή κοσμία.
7:25, βλέμματα κουρασμένα, σώματα καταπονημένα, κι οι τελείες εκεί...
Ν' αναβοσβήνουν!
Και τώρα ακόμα πιο κάτω, τυφλοπόντικες στης πόλης την αιδώ.
Γυρίζουν, γυρίζουν, γυρίζουν...
Όλα γυρίζουν γύρω από μια αγχόνη που το σχοινί της πλέκεις εσύ.
"Το φως αυτό θα σε τυφλώσει", είπε ο προφήτης κι έκλεισε τα στόρια.
Μα πρόλαβες και είδες, κι ίσως να ακούς ακόμα...

20/10/2012
Το βλέμμα της διαχέονταν στο πεζοδρόμιο.
Βήμα σταθερό, στοιχισμένο, και μια εσάρπα τύλιγε τους ώμους της.
Σκέψεις σιωπηλές καθαρά διατυπωμένες στον αέρα.
Τσάντα αδειανή, μόνο χαρτιά, μόνο στυλό, μόνο απουσία.
Στην πορεία της ταγμένη και σ’ ένα σκοπό βυθισμένη.
Μα τα μάτια σαν θολώνουν, μοναχά σκιές διακρίνουν.
Έξω από τα όρια κι αυτής της πόλης,
κάποιος Πολυνείκης θα ζητάει απεγνωσμένα δικαίωση.
Λόγια γυρνούν σαν αστεράκια από κινούμενο σχέδιο γύρω από το κεφάλι της,
και η λάμπα του Κύρου δε λέει ν’ ανάψει.
Μίλα μου συνθηματικά,
να διευρύνω τους ορίζοντες της λογικής παραφροσύνης.
Σειρήνες, φωτιές, παραφωνίες, καυγάδες και κουτσομπολιά…
Μια προεπισκόπηση της κοινωνίας που πνίγεται στην περίοδό της.
Εμμηνόπαυση στο άπειρο κι ακόμα παραπέρα,
και ο Γούντι μαζί με τον τρυποκάρυδο ψάχνουν μια κουφάλα να τους κρύψει.
Κι εσύ κοπέλα μου, ακόμα αναρωτιέσαι, ακόμα προβληματίζεσαι,
ακόμα βρέχεις τα σεντόνια σου περιμένοντας έναν πρίγκιπα από μηχανής Θεό.
Έναν πρίγκιπα που αφάνισε η ρομαντική μας βαρβαρότητα.
Σκληρός, αιώνια εφηβικός κόσμος…
Σκληρή, αιώνια ανώριμη “παράσταση”…

*Η συμμετοχή του κ. Καββαδία Γιώργου έλαβε έπαινο στην κατηγορία "Ποίηση" του 1ου Διαδικτυακού Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Καλλιτεχνείου Αχαρνών.

0 σχόλια :