Περιοδικό || Ποίηση #5: Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό του Καλλιτεχνείου


Φρεγγίδου Ελισσάβετ


Δεν είναι εύκολο
Για τη σκιά σου να ζω
δεν είναι εύκολο
-πίστεψε με-
Να ημερώνω τις λέξεις
για μέρες απροσπέραστες
Να μεγαλώνω τα ασύνδετα «και»
και τα πολύμορφα «αλλά»
στης αγκαλιάς το σπουδαίο ξημέρωμα
Τις λέξεις μου να τρέφω
με πυκνωμένα σύννεφα
Καθόλου δεν είναι εύκολο
- πίστεψέ με-
Να κάνω γέφυρες στα κύματα
Να διπλώνω ξανά και ξανά
τα χρόνια
μέσα στις κούτες
Που να χωρέσουν οι λέξεις μου;
Ντροπιασμένες, γυμνές,
συλλαβές όλο απραξία
και πάλη αδιοχέτευτη
Τα γράμματά μου λίγα.
Για ποταμούς,
για φώτα,
για δρόμους που δε δοξάστηκαν ποτέ
Κι εγώ, πέρα δω,
-να ρωτώ-
άραγε
πώς και από πού
να βρεθώ
για να σε συναντήσω;


Με φώναξες άνοιξη
Με φώναξες άνοιξη,
δεν άνθισα όμως
δε γέμισα χρώματα φωτεινά
δεν κράτησα σφιχτά στα χέρια μου μέσα
την ελπίδα σου και τα όνειρα

Κι ύστερα,
με είπες γιορτή,
δε γνώριζα όμως
από ήχους
και εύθυμες συντροφιές
και χαρούμενα γέλια

Με ονόμασες
άνεμο,
να μπαίνω στα δάχτυλα ανάμεσα
να τρυπώνω κάτω απ’ τις πόρτες

Δεν ήξερα
-λυπάμαι-
να φυσήξω
σε πανιά
να σφυρίξω δυνατά
τις νύχτες.

Μάλλον,
δεν έχω αυτά τα όμορφα ονόματα
που μου χαρίζεις
ή ίσως, κι εσύ
με κοιτάς
για να δεις μοναχά
ομορφιά κι αγάπη
να διαφαίνονται.


Ένας κόκκος αλάτι
Σα μια πληγή που αιώνια ματώνει
που αρκεί ένας μικρός κόκκος αλάτι
για να σε κάνει να κλαις από πόνο

Οι άνθρωποι δεν ξεχνούν τόσο εύκολα,
όσο θέλουν αυτοί ή οι γύρω τους να πιστεύουν
συχνά, σκάβουν ένα λάκκο
στην πίσω αυλή του μυαλού τους
και σωριάζουν όπως-όπως το άχρηστο υλικό.

Και κάποιες νύχτες,
που τους πνίγει το πολύ σκοτάδι,
τα λόγια, οι υποσχέσεις,
ξεντύνονται αργά,
ξαπλώνουν απαλά στο κρεβάτι,
φέρνουν το σεντόνι μέχρι τα αυτιά
και βάζουν σα μικρά παιδιά τα κλάματα.

Όταν φτάνει το πρωί,
δε μένει χώρος για τέτοιες ανόητες σκέψεις.
Τους κυνηγά η ζωή
και η πούδρα σβήνει με τα δάκρυα.

Απόψε, δε θά ‘χει φεγγάρι
Θα βγω να περπατήσω
καπνίζοντας τη μοναξιά μου.

Θα στέκομαι κάτω από κολόνες της ΔΕΗ,
από φωτεινές επιγραφές πολυκαταστημάτων,
θα χαιρετώ περαστικούς,
θα κοιτώ συχνά το ρολόι,
σαν κάτι να περιμένω.


Σου ζητώ να καταλάβεις
Όπως όταν μέσα σε ένα βαθύ σκοτάδι
ανάβει, κάποια αόριστη στιγμή, μια λάμπα,
ένα φως δυνατό, απροσδιόριστο.

-Σου ζητώ να καταλάβεις-

Πώς μέσα στα φώτα αυτά να ζήσω;
Πώς να μην κοιτάζω, λοιπόν, τα μάτια σου;
Αχτίδα λαμπερή

Χρόνια και χρόνια,
σπίθες που καίνε μέσα μου

Πώς να μη σε φιλώ τρυφερά στα ακροδάχτυλα;

Αγάπη μου,
μονάχη να δίνω τις μάχες
είναι πάντοτε δυσκολότερο

Γι’ αυτό κι εγώ,
σου ζητώ απλώς να καταλάβεις.


Το ποίημά σου
Μου ζήτησες
ποιήματα πια να μη σου γράφω

Να μην παιδεύω τις σκέψεις σου

Γραμμές σβησμένες,
χρώματα θολά,
ονόματα που σέρνονται, χωλαίνοντας στους διαδρόμους

Όμως εγώ
δε σε συνάντησα στις λέξεις,
στα γράμματα που εκφέρονται,
πάνω σε παλάμες ανώριμες
εγώ δε σε βρήκα

Το ποίημά σου,
Το ποίημά μου
Το δικό μας το ποίημα
ας γίνει απόψε σύννεφο βροχερό
να ανοίξει δρόμους
να χτίσει γέφυρες
να γεμίσει φωνές τις πλατείες

Μήπως και το κατορθώσω
Μήπως και βρω τους τρόπους και τα σχήματα
στο διάβασμά του ανάμεσα
απόψε
-εσύ κι εγώ-
μονάχοι να ειδωθούμε.

*Η συμμετοχή της κ. Φρεγγίδου Ελισσάβετ έλαβε έπαινο στην κατηγορία "Ποίηση" του 1ου Διαδικτυακού Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Καλλιτεχνείου Αχαρνών.

0 σχόλια :