Περιοδικό || Ποίηση #8: Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό του Καλλιτεχνείου



Δημητριάδης Δημήτρης


Η φυλή μου
Οι φίλοι μου
διπλά
τρίδιπλα προδομένοι
ακολουθούν τα φεγγάρια τους.
Ολομόναχοι
με την ψυχή στα δάχτυλα
στα χείλη
στα ρουθούνια
τη συντριβή τους λιτανεύουν.
Λάμπει το πριόνι στο μεδούλι τους
θολά ποτάμια καλύπτουν τις κόρες των ματιών τους.
Με πόνο
με πόνο
στη στάχτη ρίχνουν ό,τι ωραίο αγάπησαν
με πόνο θέτουν την αποστροφή και τη ντροπή τους
σε θέα κοινή.
Μιλούν για τη μεγάλη ήττα
για την πνιχτή ήττα που τους ματώνει
κι άλλο μη θέλοντας πάντα
σπίθες μονάχα
άπτερες νίκες
παιδιά να παρελαύνουν στον ορίζοντα
σωπαίνουν
αφουγκράζονται
και δεν ακούνε τίποτα
παρά μονάχα τη σιωπή τους.


Εσύ τι λες, Βλαδίμηρε Μαγιακόφσκι;
Λιγόστεψαν οι χώροι της συγκέντρωσης αγαπητέ Βλαδίμηρε
νέοι ρήτορες κατέλυσαν την αγορά
ελαύνουν άλλες διδαχές
άλλες ενδείξεις

πίσσα σταλάζει ο ουρανός αγαπητέ Βλαδίμηρε
η έρημος μέσα στις πόλεις
και στο βάθος ουρλιαχτά παιδιών –
λαμπάδες καιόμενες ως το φυτίλι.

Ουδείς
ουδείς απόμεινε απροσπέλαστος λυρισμός αγαπητέ Βλαδίμηρε
κανένα μυστικό
κανένα θάμπωμα
πηχτή απλώνει η ζωή του ψυχουλκού
κι όποιος ελεύθερα συλλογάται
πρόσφυγας γίνεται.

Όλα λησμονούνται σ’ ένα λεπτό αγαπητέ Βλαδίμηρε
το βλέμμα ακολουθεί
διαθλάται
υπνωτίζεται
οι ρήξεις εξαφανίζονται
κι η παρέλαση της μανίας αργεί πολύ να ξεπηδήσει.
Εσύ τι λες Βλαδίμηρε Μαγιακόφσκι;


Τα μπλουζ είναι κόκκινα
Τα μπλουζ είναι κόκκινα
κατακόκκινα
σαν γλιστερό ηλιοβασίλεμα
σαν καταραμένο πάθος
σαν συνεχή πτώση στα βάθη της ήττας.
Όταν τελειώνουν τα συμβάντα κι οι γύρες
όταν καταρρέει ο ουρανός των αισθήσεων
κι όλα γυμνώνονται
τα μπλουζ
ακούν στα βάθη το βοριά της παλιάς οιμωγής
βλέπουν θαμπά τ’ αλλόκοτα συρσίματα της ορφάνιας
θυμούνται φτώχεια
αίμα και φόβο
σύρματα
και προβολείς χιαστί.
Ερωτοτροπώντας με τη ζάλη της πιο απόκρυφης σκέψης
στο παράπονο βουτούν του τελευταίου συναισθήματος
διπλώνουν τρυφερά μέσα τους τις κατακλεμμένες ζωές
τα ξεριζωμένα χάδια
τα χαραγμένα βλέμματα
κι ευλαβικά σωπαίνουν.
Προσεκτικά κοινωνούν το μυστήριο της οργής
χρώματα
ύμνοι
οσμές τα τυλίγουν
ασθμαίνουν
γυρνοφέρνουν
συσπειρώνονται
κι απλώνονται παράφορα ως τα μάκρη
κόκκινα
κατακόκκινα
ζεστά
για να μας πνίξουν.


Στου φεγγαριού τη σκοτεινή πλευρά
Στα σπλάχνα τους βαθιά
η πικρή
η πικρότατη γνώση.

Συχνά
τις ατέλειωτες νύχτες
αθέατα
κρατώντας μικρά τίποτα φωτιά
δρασκελίζουν το σύνορο.

Στου φεγγαριού τη σκοτεινή πλευρά
αδειάζουν τα μάτια
σκορπάνε χρόνια παιδικά
στήνουν γέφυρες
υψώνουν αναχώματα
κροτούν τα τύμπανα
τη σπίθα μελετούν της μελλοντικής πυρκαγιάς.

Υπάρχει
υπάρχει καιρός
υπάρχει ακόμη καιρός
υπάρχει πάντα ο καιρός
που θα μας πάει στη μνήμη.


Όμως ακόμη επιμένουν οι στιγμές
Όμως ακόμη επιμένουν οι στιγμές
γυρίζουν τρίζοντας αλλά γυρίζουν
λάμπουν θολά αλλά λάμπουν
συρρικνώνονται αλλά και μεγαλώνουν.
Κρατούν τη μνήμη της ντροπής
τους σπασμούς για τα χαμένα σημάδια
αλλού πιστεύουν
δικές τους έχουν λογικές και ψευδαισθήσεις.
Υπέροχες στον πυρετό της μοίρας τους
σκάβουν βαθιά την αντοχή τους
ανασύροντας αντιθέσεις
αφορισμούς
εκκρεμότητες.
Σινιάλα κάνουν στους ελάχιστους που περασαν απέναντι
στα ερείπια των ονείρων κρεμούν τις ξεσκισμένες τους σημαίες.
Μικρές
ατελείωτες μικρές φωτιές ανάβοντας με πένθη προσανάμματα
ουρλιάζουν
χλευάζουν
βγάζουν διαρκώς τη γλώσσα τους στο συμπαγές των πεποιθήσεων
στα δεδομένα.
Αντίστροφα μετρώντας
αδιαφορώντας παντελώς για κανόνες και νόμους
ακόμη επιμένουν
ανυπότακτες
γοητευτικές
και άκρως επικίνδυνες για τους «ήσυχους».

*Η συμμετοχή του κ. Δημητριάδη Δημήτρη έλαβε έπαινο στην κατηγορία "Ποίηση" του 1ου Διαδικτυακού Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Καλλιτεχνείου Αχαρνών.

0 σχόλια :