Περιοδικό || Μπλογκ Ιχνηλασίας: Mind the... επαιτεία

Γράφει ο Γ. Καββαδίας


Μια συνηθισμένη μέρα του Μάρτη. Κρύο όσο δεν πάει, αέρας, ψιχάλα και λοιπές χειμωνιάτικες καιρικές συνθήκες, ενώ ημερολογιακά βρισκόμαστε στο κατώφλι της Άνοιξης. Για να είμαι ειλικρινής, δε με χαλάει κιόλας. Μια κουραστική μέρα στη δουλειά είχε μόλις τελειώσει και επέστρεφα σπίτι να ετοιμάσω τη βραδινή εκπομπή. Άνθρωποι να ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες του μετρό πετώντας αριστερά και δεξιά τα εισιτήριά τους. Παστωμένοι σαν σαρδέλες στον ηλεκτρικό και ευτυχώς που το mp3 είχε μπαταρία να ακούσουμε κάτι να περάσει η ώρα.

Πλέον έβλεπα μόνο πρόσωπα, κινήσεις χειλιών και τη γλώσσα του σώματος του κάθε επιβάτη. Ένα σκούντημα στην επόμενη στάση με κάνει να αλλάξω γωνία στην κάμερα του μυαλού μου. Ήταν μια παρέα πλανόδιων παιδιών, οργανοπαικτών. Κλασικά ένα παιδικό ακορντεόν και κανένα ντέφι, βαριά-βαριά. Νότες εμπειρικές, κάποιες και λάθος. Γύρισαν όλο το βαγόνι, μάζεψαν κάποια κέρματα από τους επιβάτες και στην επόμενη στάση κατέβηκαν.

Εκεί όμως, ανέβηκε μια άλλη παρέα, κοριτσιών αυτή τη φορά. Άλλο ένα ακορντεόν. Άλλο ένα τραγούδι. Άλλη μια δυστυχία; Μερικά κέρματα ακόμη από εκείνους που δεν έδωσαν πριν και το μετάνιωσαν, και μερικοί που μετάνιωσαν για ό,τι έδωσαν προηγουμένως. Δεν μου έκανε μεγάλη εντύπωση, αν και πρώτη φορά μου τύχαινε δύο φορές σερί το ίδιο «σόου». Δε θα το σκεφτόμουν καν, αν στην επόμενη στάση δεν έμπαινε μια ηλικιωμένη κυρία. Μπροστά στα μάτια του κόσμου παρουσίασε και τη δική της ιστορία. Το άσχημα τραυματισμένο παιδί της, και την δική της ανικανότητα να δουλέψει λόγω της ηλικίας της. Όταν έφτασε η ώρα να κατέβω, ακόμη δεν είχε ολοκληρώσει το story telling. Πουλούσε χαρτομάντιλα, δεν αγόρασα.

Θυμήθηκα τότε αμέσως έναν τύπο που συναντούσα συνεχώς στο τραίνο όταν σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη. Ανέβαινε στο βαγόνι στη Λάρισα, και κατέβαινε στη συμπρωτεύουσα, και το αντίστροφο. Μιλούσε για το κοριτσάκι του. Άρρωστο βαριά, νοσηλευόμενο στο Παίδων. Τον πρωτάκουσα να λέει την ιστορία του κάπου στο 2006. Ακόμη και τώρα τον συναντώ, στην Αθήνα πλέον, στον ηλεκτρικό ή στο μετρό. Λέει την ίδια ιστορία, παρουσιάζει τις ίδιες αποδείξεις και δημοσιεύσεις εφημερίδων, και λέει για την επίσκεψή του σε κάποια εκπομπή της τηλεόρασης, ξέρετε από αυτές των γνωστών κλωσών. Το κοριτσάκι λογικά θα είναι 8 χρόνια μεγαλύτερο, αλλά αναρωτιέμαι, υπάρχει όντως κοριτσάκι;

Ύστερα, γύρισα ακόμη λίγα χρόνια πίσω. Όταν ήμουν μαθητής. Πέρασε από το μυαλό μου η φιγούρα μιας γειτόνισσας. Προκομμένη, προίκισε τα παιδιά της, τα εγγόνια της. Εντάξει ήταν λίγο περίεργη όταν παίζαμε μπάλα στη γειτονιά, μπορεί να μας κυνήγησε με το σκουπόξυλο άπειρες φορές, αλλά εμείς εκεί. Η δουλειά της ήταν γνωστή: «Επαγγελματίας επαίτης»…

Και θα μου πεις, «σιγά το νέο ρε φίλε». Ναι, όντως είναι μια ιστορία κοινώς γνωστή, μα και το ραδιόφωνο παίζει συνέχειαplaylists και τα ίδια τραγούδια, αλλά δε σε βλέπω να αλλάζεις σταθμό. Σκασμός λοιπόν, μιλάω τώρα! Ο κόσμος έχει μπερδευτεί για ακόμη μια φορά. Είναι και το συναίσθημα, η ανθρωπιά που ευτυχώς δεν έχει χαθεί από μέσα μας, η οποία κάνει τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα. Επαίτες παντού, σε κάθε γωνιά. Στις εκκλησίες, στις πλατείες, πλανόδιοι στις καφετέριες, στα μέσα μεταφοράς, παντού. Άλλες φορές τους βλέπεις, κι άλλες όχι, απλά προσπερνάς. Κι ύστερα ο κόσμος διχάζεται. Διχάζεται ακόμη και σ’ αυτό. Δεν ξέρει αν πρέπει να δώσει, αν είναι όντως ανάγκη, ή όχι. Θυμάται και την ταινία με τον Ψάλτη. Από τη μία εκείνοι που όταν έχουν ψιλά δίνουν, κι από την άλλη όσοι τους αγνοούν, με τον κίνδυνο να αγνοήσουν κάποιον που έχει πραγματική ανάγκη, και τις τύψεις που ίσως τους κυκλώνουν στην συνέχεια.

Στην αρχή ήταν η «γυμνή» επαιτεία, απλώνουμε το χέρι και ζητάμε. Ύστερα ήρθε η «μόδα», πουλάω κάτι-αγόρασέ το. Η αλήθεια είναι πως αυτό ίσως κάνει κάποιους που έχουν όντως ανάγκη, να νιώθουν λιγότερη ντροπή. Και τώρα, ακόμη πιο εκσυγχρονισμένα πράγματα. Φοράνε λευκές γυαλιστερές φόδρες, βάφουν το πρόσωπο άσπρο, και βγαίνουν και ζητάνε χρήματα.

Μια κοινωνία σάπια από θεμελίου. Όπως ο μπάτσος χαλάει τη φήμη του αστυνομικού. Όπως ο βενζινάς που νοθεύει το πρατήριο μιας συγκεκριμένης εταιρείας, κι ύστερα όλα τα πρατήρια πάνε «κουβά». Όπως ο γιατρός που παίρνει φακελάκι, και όταν πας σε κάποιον να δώσεις χρήματα σε διώχνει με τις κλωτσιές –ναι, υπάρχουν ακόμη τέτοιοι!

Από την άλλη πλευρά του νομίσματος αν κοιτάξουμε, μπορεί και η κοινωνία μας να είναι πολύ καχύποπτη, και πολύ περίεργη, μιας και βγάζει συμπεράσματα με ένα ή δύο παραδείγματα… Μπορεί, ποιος ξέρει;



Η φωτογραφία της Μαριέττας Τούτση, η οποία χρησιμοποιήθηκε για την 1η ποιητική συλλογή μου, "Περπάτησα στο δρόμο που σκέπασε η στάχτη", 2007, αυτοέκδοση

0 σχόλια :