Περιοδικό || Ψ της Ψιψίνας: Ελπίδα του πολιτισμού μας!

Γράφει ο Γαλήσ


Υπάρχουν άνθρωποι κάπου που δεν
αντέχουν άλλο τη σιωπή.
Αφήνουν ο,τιδήποτε σημάδια για να
φανερωθεί ότι πέρασαν από δω.
Άλλοι βάζουν τ' όνομά τους σ' έναν τοίχο ή στον ώμο
ενός αγάλματος.
Υπάρχουν άνθρωποι που αφήνουν από τον εαυτό τους
μόνο την ημερομηνία ή τ' αρχικά μιας αγάπης.
Υπάρχουν τρελοί που χαράζουν πάνω σ' ένα
νυχτερινό παγκάκι
την ομολογία ενός φόνου.
Υπάρχουν περιπλανώμενοι που αφήνουν σ' ένα
δέντρο
το ανίερο χνάρι του πάθους τους.
Οι διαβάτες με το αδειανό βλέμμα και αυτοί
που αναρωτιώνται
για ένα μήνυμα αφημένο σε μια πόρτα.
Για μια λέξη που δεν έχει πια νόημα αφότου
κατεδαφίστηκε η φυλακή.
Οι διαβάτες κοιτάζουν να καίγονται μάταια
τα σημάδια.
Οι διαβάτες δεν καταλαβαίνουν τίποτε
γι' αυτή τη βιασύνη
να έχεις να γράψεις αυτό που ποτέ δε θα μπει
μέσα στα βιβλία.
Louis Aragon


Σε προηγούμενο άρθρο είχαμε μιλήσει για τον Rosenhan.

Ως ενδεικτικές για τη συνεχιζόμενη διαμάχη, μπορούμε να εξετάσουμε δύο από τις πολλές μελέτες που αξιοποίησαν την έρευνα του Rosenhan για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα των διαγνώσεων στις οποίες προβαίνουν οι επαγγελματίες υγείας. Η μία διενεργήθηκε από τον Thomas Szasz, ψυχίατρο πολύ γνωστό για την κριτική που είχε ασκήσει στην όλη έννοια της ψυχικής αρρώστιας από τις αρχές της δεκαετίας του '70. Ο ισχυρισμός που προβάλλει είναι πως οι ψυχικές αρρώστιες δεν είναι νόσοι και δεν είναι σωστό να νοούνται ως νόσοι, αλλά θα έπρεπε να θεωρούνται "προβλήματα ζωής", προκαλούμενα από αίτια κοινωνικά και περιβαλλοντικά (είτε τεχνητό: κοινωνικο-οικονομικό, είτε φυσικό). Σε ένα άρθρο, ο Szasz επιχειρηματολογεί υπέρ του ότι η τρελή ομιλία που εκφέρουν ορισμένοι άνθρωποι με διάγνωση ψυχικής ασθένειας "δεν είναι έγκυρος λόγος συμπερασμού ότι πρόκειται για παράφρονες", γιατί δεν αρκεί ότι ένας άνθρωπος (ο επαγγελματίας ψυχικη΄ς υγείας) δεν κατανοεί τον άλλον (τον ασθενή).

Μια άλλη μελέτη με έρεισμα το άρθρο του 1973 του Rosenhan εξέτασε το ενδεχόμενο σε ορισμένες καταστάσεις της πραγματικής ζωής οι άνθρωποι να κατασκευάζουν πράγματι σκόπιμα συμπτώματα ψυχικής αρρώστιας (Broughton & Chesterman, 2001). Η μελέτη ατομικής περίπτωσης που συζητήθηκε στο εν λόγω άρθρο αναφερόταν σ' έναν άνδρα ο οποίος εκατηγορείτο για σεξουαλική κακοποίηση ενός εφήβου. Όταν ο δράστης αξιολογήθηκε για τυχόν ψυχιατρικά προβλήματα, εκδήλωσε διάφορες ψυχωτικές συμπεριφορές. Υποβάλλοντάς τον σε περαιτέρω εξετάσεις, οι κλινικοί διαπίστωσαν ότι είχε υποκριθεί όλα τα συμπτώματα. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι, παραδοσιακά, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας λαμβάνουν σε διάγνωση ψυχολογικών διαταραχών (πράγμα που συνέβη και με τους ψευδοασθενείς του Rosenhan). Ωστόσο, όπως οι ίδιοι συγγραφείς υποδεικνύουν, η επινόηση συμπτωμάτων "αποτελεί ζήτημα θεμελιώδους σημασίας για όλους τους ψυχιάτρους, ιδίως όταν περιπλέκεται με εξωτερικά ζητήματα κοινωνικής-νομικής φύσης που θα μπορούσαν να αποτελέσουν κίνητρο για την προσποίηση ψυχοπαθολογίας). Με άλλα λόγια, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε οι εγκληματίες να μην μπορούν να προσποιηθούν ψυχική αρρώστια για να γλιτώσουν τη φυλακή.
Άραγε πώς αισθάνονται οι ίδιοι οι άνθρωποι που δέχτηκαν την ψυχιατρική διαγνωστική ετικέτα; Σε μία έρευνα με ερωτηματολόγιο που διενεργήθηκε σε περισσότερους από 1.300 δέκτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ο Wahl (1999( ρώτησε τους συμμετέχοντες σχετικά με την εμπειρία της αρνητικής διάκρισης και του στιγματισμού τους. Η πλειονότητα των εξετασθέντων ανέφερε πως αισθανόταν τις επιδράσεις του στίγματος που περιβάλλει την ψυχική αρρώστια από ποικίλες πηγές, όπως τα μέλη της κοινότητας εν γένει, η οικογένεια, μέλη της ενορίας τους, συνάδελφοι στη δουλειά, ακόμα και επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Επιπλέον, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, "Οι εξετασθέντες στην πλειονότητά τους προσπαθούσαν να κρύψουν τις διαταραχές τους και ανησυχούσαν πολύ μήπως οι άλλοι πληροφορηθούν την ψυχιατρική τους κατάσταση και τους μεταχειριστούν δυσμενώς. Ανέφεραν αποθάρρυνση, αισθήματα προσβολής, θυμό και χαμηλή αυτοεκτίμηση ως αποτέλεσμα των εμπειριών τους και προέτρεψαν για εκπαίδευση του κοινού, έτσι ώστε να περιοριστεί το στίγμα".

Οι συγγραφείς μιας συναφούς μελέτης με τον τίτλο "Ακούστε την Τρέλα μου" (Lester & Tritter, 2005) πρότειναν ότι μία προσέγγιση που πιθανώς θα μας βοηθούσε να καταλάβουμε την εμπειρία των ανθρώπων με ψυχική αρρώστια, είναι η όμοια με την αντίληψη που έχουμε για ανθρώπους με άλλα, προσδιορισμένα είδη αναπηρίας ερμηνεία της κοινωνικής τους ανεπάρκειας. Οι παραπάνω συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η αλληλεπίδραση των ατόμων με σοβαρή ψυχική αρρώστια με το κοινωνικό σύνολο συχνά μοιάζει πολύ με την αντίστοιχη ανθρώπων με άλλες αναπηρίες, από την άποψη της αναγκαίας φροντίδας. Με την εφαρμογή ενός προτύπου αναπηρίας στους ψυχικά αρρώστους, θα διευκολυνθεί η πρόσβασή τους στις κατάλληλες υπηρεσίες και η λήψη βοήθειας την οποία έχουν ανάγκη.

Αποτελεί σταθερή μας ελπίδα ότι ο πολιτισμός μας θα σημειώσει πρόοδο ώστε, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε τις ετικέτες, οφείλουμε να συνεχίσουμε τις προσπάθειες να τις απαλλάξουμε από το στίγμα, την ενόχληση και την ντροπή που τις συνοδεύουν!


Σε επόμενο άρθρο θα μιλήσουμε:
για την ικανότητα των παιδιών να λένε την αλήθεια σε πολύ μικρή ηλικία, ακόμη κι όταν αφορά σεξουαλική παρενόχληση
&
για τον στιγματισμό της ετικέτας του "τρελού" με πολύ απλό τρόπο και μέσα από άλλες "επίσημες και ρωμαλέες" επιστήμες, όπως η νομική!


Βιβλιογραφία
Broughton, N. & Chesterman, P. (2001). Malingered psychosis. Journal of Forensic Psychiatry, 12, 407-422.
Lester, H, & Tritter, J. (2005) "Listen to my madness": Undrestanding the experiences of people with serious mental illness. Sociology of Health & Illness, 27 (5), 649-669.
Szasz, T. (1993(. Crazy talk: Thought disorder or psychiatric arrogance? British Journal of Medical Psychology, 66, 61-67.
Hock, R.R. (2009). 40 μελέτες που άλλαξαν την ψυχολογία. Τόπος, Αθήνα.

0 σχόλια :