Περιοδικό || Ο άλλος μου εαυτός

Γράφει η Νίνα Ντούνη

( Για την μοναξιά μας , την πάλη με τον εαυτό μας, τις αναμετρήσεις, τις πίκρες, τις απώλειες, τους φόβους ,τα ανεκπλήρωτα, τους ζωντανούς-πεθαμένους που σαλεύουν μέσα μας και μας στοιχειώνουν. Για τον ύπουλο εαυτό που τρέμουμε να ανακαλύψουμε. Για την πραγματικότητα, τα πράγματα και τον συμβολισμό τους .Μα πάνω από όλα για την πίστη πως εμείς οι ίδιοι τελικά μπορούμε και χαράζουμε την διαδρομή μας.)

Ξύπνησε η νύχτα. Πού είσαι ; Σε κάποια σκοτεινή γωνιά της πόλης την ζεις στ’ αλήθεια την ζωή σου; Αναρωτήθηκες και σήμερα ποιος είσαι; Κατάφερε να σε γνωρίσει κανείς ποτέ πραγματικά; Γνώρισες τον εαυτό σου ;

Η νύχτα. Η νύχτα μας γνωρίζει όλους. Γιατί είναι ίδια, σκοτεινή, με το καζάνι που βράζει εντός μας. Εκείνο το απρόσιτο καζάνι που κοχλάζουν μέσα του τα πάθη και τα ένστικτά μας. Η Νύχτα ηχεί σαν μια λατέρνα που μελαγχολεί τους σύγχρονους εαυτούς μας. Δοκίμασε να κάνεις μια βόλτα έχοντας την μέσα στο κεφάλι σου να σφυρίζει το ίδιο και το ίδιο ανολοκλήρωτο κομμάτι μουσικής. Θα εύχεσαι από μέσα σου να ήσουν κάποιο παρελθόν .Βγες και περπάτα. Εκεί έξω η νοσταλγία σφηνώνεται στον πάτο του βήματός σου και εσύ με δυσκολία σέρνεσαι βαρύς από τα ανεκπλήρωτα παρελθόντα σου. Μήπως φοβάσαι πως οι δρόμοι άδειασαν; Στα όνειρά σου θα το χεις σίγουρα βιώσει και σε κάποιον θα το έχεις περιγράψει.

<< Οι δρόμοι ερήμωσαν, δεν ξέρω που πήγαν οι άνθρωποι , μαμά, είχε πολλούς στο όνειρό μου , που πήγαν; Ένα λεωφορείο διαπέρασε ξυστά την αύρα μου , δεν είχε οδηγό κι όμως θα ορκιζόμουν πώς έτρεχε κατά πάνω μου με ταχύτητα κάποιου που με μισεί, με διαπέρασε ελαφρά κι εγώ πάτησα στις μύτες με μια απροσμέτρητη διάθεση χορού αντί για φόβου , και αντί να χορεύω ξεκίνησα να πετάω μακριά. Δεν κατάλαβα ποτέ τι είδους αναμέτρηση προέκυψε, εγώ ακολουθούσα πάντα πιστή το δρομολόγιο, η στάση μου ήταν, δεν την προσπέρασα. Το χέρι μου παρακαλούσε να ανέβω. Έχω να κάνω μια διαδρομή. Η δουλειά μου θα αργήσω. Η μέρα μου θα πάει χαμένη.

Πέταξα ως τον αγαπημένο μου δρόμο πριν το σπίτι. Μόνη, μόνη …φοβήθηκα. Κάπου όλοι είχαν πάει, δεν ήταν μακριά, άκουγα τις σκιές τους να κινιούνται, όλοι κάπου είχανε κρυφτεί και κανείς δεν μου εξηγούσε γιατί. Το μόνο που βίωνα ήταν ένας ανεπαίσθητος άνεμος ερήμωσης. Κάπου κάπου άκουγα κραυγές. Ναι κραυγές , όχι στους δρόμους. Μέσα στο κεφάλι μου. Όλοι είχανε κρυφτεί. Πνιχτές κραυγές σαν να βγαίνουν από μπαούλα. Δεν ήξερα που πήγαν. Σε μια ρωγμή κτιρίου μου φάνηκε πως αναγνώρισα να ξετρυπώνει ένας άνθρωπος. Είχε χέρια. Είναι σίγουρα άνθρωπος , κάποτε αγκάλιασε κάτι που αγαπούσε. Το πρόσωπό του έχει ένα βαθούλωμα νεκρού κρανίου. Μοιάζει με έναν ανεκπλήρωτο εαυτό , σάρκα μαζί και κόκκαλα. Τον κυνηγώ κρύβεται μέσα σε μια πόρτα ξύλινη, ξάπλωσε μέσα της κι εξαφανίστηκε χαρούμενος.

Είμαι σε ένα δωμάτιο , σταμάτησα να πετάω , με τη σκέψη μου διαπέρασα τα πάντα και μπήκα μέχρι μέσα, νομίζω εκείνος με προσκάλεσε. Σοβάδες φαίνονται μόνο, μόνο αυτό αντικρίζω , ένα γιαπί , κι όμως μέσα μου νοιώθω πως βρήκα το πιο όμορφο δωμάτιο , γεμάτο τακτοποιημένα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν κάποτε από κάποιον άνθρωπο ζωντανό. Μέσα μου ακόμα τα πράγματα σάλευαν σα ζωντανά , όσο κι αν με τρόμαζε η επικίνδυνη ερημιά τους. Σε εκείνο το δωμάτιο ό, τι και να το είχε ρημάξει , το ξέρω πως κάποτε είχε καταφέρει να παίξει ένα παιδί.

Δεν αναπνέω καθαρά, κατά λάθος κλείστηκα σε έναν τοίχο , είναι αδύνατον να κινηθώ έτσι, το χέρι μου έχει μουδιάσει , έχει μείνει λιγοστός ο αέρας και το μυαλό μου σαλεύει αργά σαν να πνίγομαι στα σπάταλα νερά μιας πλημμυρισμένης ντουζιέρας, κουνιέται σπασμωδικά ο δείκτης μου, στην άκρη του δωματίου αντικρίζω έναν εαυτό μου, παρακολουθεί να πνίγομαι και δεν με βοηθάει , του δείχνω, κοίτα ανελέητε, κοίταξε εδώ πως εγκλωβίστηκα, ανάμεσα στην ψεύτικη αίσθηση της σταθερότητας και στον αβέβαιο κυματισμό της πραγματικότητας. Βοήθησε με . Βλέπω κάπου εκεί κι έναν αγαπημένο μου. Νομίζω γελάει. Σαστίζω ανάμεσα στην απόφασή μου να πνιγώ ή να με σώσω. Στερεώνω ανυπότακτα το δάχτυλό μου και μετατρέπω τον τοίχο σε γυαλί . Διαπερνώ και γεμίζω μέσα μου χίλια κομμάτια από ραγισματιές, τρέχει επάνω μου αίμα θυμωμένο , τα ρούχα μου σκορπίζονται διαμελισμένα. Το βήμα μου μετατρέπεται σε τεράστιο χνάρι γκρεμισμένου εγωισμού.

Δεν αντηχεί μέσα μου πια τίποτα, σέρνω μονάχα μοναξιά. Την πάω στον καθρέφτη και την συστήνω. Τα πράγματα δεν έχουν πια υπόσταση. Πατάω πάτωμα και γίνεται άβυσσος. Αποφασίζω να αιωρηθώ , για να σωθώ, δεν σημαδεύω πια την διαδρομή μου. Δεν μου έχει μείνει πλέον καμία διαδρομή. Δεν απέμεινε κανείς. Δεν είχα ούτε έναν εαυτό μου.

Οριστικοποιώ την ύπαρξή μου.
Ξυπνώ από κάποιον λήθαργο.
Αποφασίζω
και
Μόνη
Υπάρχω. >>

8/5/14 (1:00π.μ)
Νίνα Ντούνη

0 σχόλια :