Περιοδικό || Παραμύθι: Στο παλιό αλώνι



Κι όποιος νους δε το 'μαθε, κάποιο μυαλό θυμάται
κι ό,τι τ' αυτί δεν άκουσε, δεν λέει να λησμονάται
κι ό,τι το στόμα σίγησε, δε πα' να ξέρει τόσα
όσα κι αν κρύβει το μυαλό, κι αν τόσα κρύβει η γλώσσα

Κάποτε, λένε κι όσοι λένε μάλλον κάπου τ' ακούσανε, ένας ποιητής -γραφιάς- ξεκίνησε απ' το φτωχικό του να πάει στην εξοχή. Καν μια, καν δυο, καν τρεις φτιάχνει το δισάκι του με ένα βιβλίο, λίγο τυρί, λίγο ψωμί και λίγο μέλι, διπλοκλειδώνει το φτωχικό του “μη του φύγει η έμπνευση” όπως έλεγε χαριτωλογώντας και να σου φτάνει σ' ένα δέντρο με έναν ίσκιο λες κι ήταν της νυχτιάς η νυφική παστάδα. Αυτό το δέντρο ήταν ό,τι είχε βλαστήσει τόσο μεγάλο σ' ένα παλιό ξεχασμένο αλώνι, που ποιος ξέρει ποιος, πότε και πόσα χρόνια πίσω το 'χε. Είχε ακούσει ιστορίες για την οικογένεια που ζούσε εκεί, είχε διαβάσει και σε βιβλία τόσα και τόσα. Αλλά τι σημασία είχε, αφού αυτό που έστεκε εκεί ήταν μόνο αυτό το τεράστιο δέντρο. Κάτω απ' τη φυλλωσιά είχε τέτοιον ίσκιο που όσος ήλιος ξεγλιστρούσε μέσα από την πρασινάδα και τα κλαδιά ήταν μικρές μικρές τρυπίτσες σαν αστέρια. “Πόσο πιο όμορφη στιγμή της μέρας για γράψιμο παρά η νύχτα η ίδια. Μια και τη βρήκα δω θα κάτσω”.

Κάθισε ανακούρκουδα, έφαγε μια τ' αλμυρό, ψωμοτύρι, έφαγε μετά και το γλυκό, ψωμί με μέλι, έφαγε και το ανάμεσο, τυρόμελο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ανοίγει το βιβλίο. Ακούμπησε στον κορμό και σαν να τον βάρυναν τα μάτια του. “Ένας ύπνος θα 'ταν ό,τι πρέπει. Να ξεκουραστεί το μυαλό και ν' αλαφρύνει η κοιλιά!”. Ακουμπά στο πλάι του το βιβλίο κι αποκοιμιέται.

Λες και μυρίστηκαν το ψωμί και το τυρόμελο σκάσανε μύτη μονομιάς που έκλεισε τα μάτια του μικρά χρωματιστά έντομα: δυο σκαθάρια, τέσσερις πεταλούδες, δέκα μυρμηγκάκια, έξι μύγες, δώδεκα μέλισσες, ένας μπάμπουρας, ένα αλογάκι της Παναγιάς και τρεις κάμπιες. Το τι έγινε, δε λέγεται, μα ίσως μπορείτε να το φανταστείτε. Στήσανε τσιμπούσι τρικούβερτο. Ως μια στιγμή είπανε να κάνουν και τους γάμους των δύο σκαθαριών που ήταν μελλόνυμφοι, αλλά έλειπε ο παπάς. Και φάγανε, φάγανε, φάγανε τόσο, αλλά και έμεινε άλλο τόσο που το μάζεψαν για τις φωλιές τους, για το δείπνο με τις οικογένειές τους, ίσως και για τον χειμώνα που θα ξαναρχόταν. Γιατί όσο μικρά κι αν ήτανε τα ψίχουλα του ποιητή, για τα μικρά τα έντομα ήταν θείο γεύμα.

Φάγανε λοιπόν μέχρι που σκάσανε κι έγειραν κι αυτά να κοιμηθούν. Ένα μυρμήγκι, όμως, πήρε το μάτι του ένα μεγάλο πράγμα που έκανε θόρυβο καθώς φυσούσε. Ήταν το βιβλίο ξεχασμένο ανοιχτό. Πλησίασε, σκαρφάλωσε απ' το μέρος που έμοιαζε με μικρά σκαλοπατάκια και πλησίασε στα γράμματα. “Τι μεγάλα ψίχουλα είναι αυτά” είπε. Ξέρετε, όταν κάτι είναι τόσο σημαντικό για σένα, κάθε τι άγνωστο προσπαθείς να το φέρεις στα μέτρα του. Καθόταν ώρα εκεί, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε με αυτά. Δεν ξεκολλούσαν, δεν έβγαζαν φωνή. Να φώναζε τ' άλλα τα έντομα που κοιμόντουσαν ή τα σκαθάρια που χαίρονταν τον έρωτά τους σαν να είχαν ήδη γίνει οι γάμοι; Τι θα ήξεραν αυτά. “Μόνο ο γίγαντας θα ξέρει” είπε για τον ποιητή και βάλθηκε να τον ξυπνήσει.

Πλησίασε στα πόδια του, που 'ταν γυμνά και περπάτησε πάνω τους να τον γαργαλήσει. Τίποτε. Τι να καταλάβαινε ένας γίγαντας από 'να τόσο δα μυρμηγκάκι. “Θα του ζουμπήξω την κοιλιά, που είναι φουσκωμένη απ' το φαϊ”. Μια και δυο φτάνει στην κοιλιά. Πήδηξε μια -τίποτα. Αναπήδησε δυο -πάλι τίποτα. Δίνει ένα σάλτο πιο βαρύ -τζίφος. “Θα πάω να του φωνάξω στο αυτί. ¨Εφτασε στ' αυτί και δίνει δυνατή φωνή “Εεε, γίγαντα, ξύπνααα”. Πάλι τζίφος. Του ξαναφωνάζει “Ξύπνα, υπναράαα”. Σάλεψε τα χείλη του. “Και τώρα θα τα δώσω όλα” είπε και παίρνει μια δυνατήν ανάσα και του φωνάζει “Υπναρά γίγαντα, ξύπνααααα!”. Άνοιξε τα μάτια του ο γραφιάς.

“Ποιος είναι;”
“Εγώωω” άκουσε μια μικρή φωνή στ' αυτί του.
“Ποιος εσύ;” ρώτησε ξανά.
“Εγώωω” είπε, γιατί πού να 'ξερε τι ν' απαντήσει στον γίγαντα για να καταλάβει.

Ο ποιητής έμεινε δυο στιγμές σαστισμένος και σκέφτηκε ότι δεν ονειρεύεται, τριγύρω δεν είναι κανείς... άρα, κάτι του μιλά μες στο μυαλό του!
“Έμπευση... εσύ;”
Έμπνευση; Έτσι άραγε έλεγαν τα μυρμήγκια στα γιγανταϊστικα; Σκέφτηκε το μυρμήγκι.

“Ναιιι! Να σε ρωτήσωωω, τι είναι αυτά τα τεράστια μαύρα ψίχουλα που κάνουν θόρυβο πάνω σε άσπρα μαντήλια στο φύσημα του αέρα;”

“Τι όμορφα λόγια σταλάζει η Μούσα μέσα μου!” αναφώνησε ο ποιητής. Πήρε το βιβλίο, έπιασε και το μολυβάκι απ' τ' αυτί του που είχε πάντα καβάτζα και βάλθηκε να γράφει. Κι έγραφε κι έγραφε κι έγραφε.

Και λέγεται, τώρα αυτοί που λένε σίγουρα κάτι παραπάνω θα ξέρουν, πως το μυρμήγκι έζησε για πάντα στο αυτί του ποιητή και πως ο ποιητής έγραψε πολλά ποιήματα και παραμύθια και ιστορίες και πως δεν ξανακλείδωσε το σπίτι του και πήγαινε κάθε μέρα στο δέντρο και διάβαζε φωναχτά τις ιστορίες του. Κι απ' τις ιστορίες του μια ήταν τόσο σπουδαία που έγινε γνωστή σ' όλον τον κόσμο. Είχε θέμα ένα έντομο που βρήκε ένα βιβλίο ανοιχτό και βάλθηκε να το διαβάζει. Κι έμαθε τι είναι έρωτας και τι φιλία. Τι μίσος και τι θεός. Και πολλά άλλα. Και πως τα έντομα μαζεύονταν κρυφά κάτω από μεγάλα φύλλα γρασιδιού ή τους καρπούς του δέντρου ή πάνω στον κορμό ή κάτω απ' τα αφημένα παπούτσια του γραφιά και μαθαίνανε τα ίδια.

Κι όταν ο ποιητής πέθανε, ζήτησε να τον θάψουν στο μεγάλο δέντρο εκεί που ήρθε σ' επαφή με την τόσο μεγάλη έμπνευση. Κι ακόμη λένε, που είναι δύσκολο να το πιστέψω, αλλά τι λόγο έχουν να πουν ψέματα, πως τα δισέγγονα των παιδιών του σκαθαροζευγαριού απ' το τσιμπούσι έρχονταν και άφηναν μικρά λουλουδάκια στο Ποιητή τους. Και δάκρυζαν.

0 σχόλια :