Πρεσπαπιέ || αΚΡΟΑΤΡΟ / Η τσάντα


[περιγραφή ενότητας]
μικρά σκετσάκια. Πρώτη ύλη θεατρικών παραστάσεων ή ραδιοφωνικών παραγωγών. Από τις απάτητες πηγές του Πρεσπαπιέ.


Έχασε την τσάντα της.
Έντρομη έτρεχε πάνω κάτω το μαγαζί. Σαστισμένη.
Ένιωθα την δροσιά από τον κρύο ιδρώτα που έλουζε το κορμί της.

- Την έχασα, από πού ήρθα ; Έχω χαθεί. Μήπως είδατε μια τσάντα με λουλούδια; Δικιά μου είναι. Σας παρακαλώ βοηθήστε με.
- Θα βρεθεί. Θα ψάξουμε όλοι. Από πού ερχόσασταν;
(πού πηγαίνατε; τι είχε η τσάντα σας; γιατί βρίσκεστε εδώ; γιατί να βρίσκομαι εγώ εδώ; εμένα ποιος θα με βοηθήσει; )
- Σε τέτοιες περιπτώσεις καλούμε πάντα τον αριθμό της ασφάλειας του καταστήματος, εμείς γυρνάμε στις θέσεις μας το συντομότερο δυνατόν. Να το ξέρετε άλλη φορά.
- Μάλιστα κύριε διευθυντά.
(ώστε τόσο συχνά ξεχνάνε οι άνθρωποι τα πράγματά τους;)
- Μου την έκλεψαν; Θα την βρω;
(κι εγώ είχα βρει μια φορά μια τσάντα, μικρότερη βέβαια, στο κτελ. Άνηκε σε έναν θεατρικό παραγωγό. Ακόμη δεν καταλαβαίνω τι δουλειά είχε ένας θεατρικός παραγωγός στο κτελ. Ακόμη δεν καταλαβαίνω τι είναι η ιδιοκτησία.)
- Ναι κυρία μου. / Από τον δεύτερο όροφο σας τηλεφωνούμε, μια πελάτισσα έχασε την τσάντα της. Ναι, γυναικεία, ώμου, με λουλούδια.. -την κοιτάει καθησυχαστικά, ελαφρώς υπεύθυνα, ελαφρώς βαρετά- Ωραία, έρχεστε.
(Είχε μέσα μια τραπεζική επιταγή, μερικά χαρτονομίσματα, διπλώματα, φάρμακα, γυαλιά οράσεως και ένα κακόγουστο βυσσινί γούνινο μπρελόκ με ένα παλιό κλειδί . Αφού κάναμε οικογενειακό συμβούλιο, αρχίσαμε να καλούμε αριθμούς γραμμένους σε τσαλακωμένα λευκά μικρά χαρτάκια.)
- Κάτι είδε μια συνάδελφος στον τέταρτο όροφο- μόλις ενημερώθηκα , δεν πάμε να δούμε μια στιγμή;
- Σας παρακαλώ, είναι πολύ σημαντικό να βρω την τσάντα μου. Δεν ξέρω πώς έγινε, εγώ πάντα έχω τον νου μου, ποτέ δεν ξεχνάω τα πράγματά μου. Ποτέ. Ποτέ.
-Μείνε με την πελάτισσα σε αυτό το σημείο.
(Τον βρήκαμε. Έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό που έχασε τα χρήματα με τα οποία θα πλήρωνε τον θίασο για την περιοδεία. Ήταν στην ανάρρωση όταν ήρθαν τα καλά νέα.)

Η κυρία με την λουλουδάτη τσάντα έκλαιγε με λυγμούς. Δίπλα μου. Καλά πώς κάνετε έτσι; Μπορούσε να σας συνέβαινε κάτι χειρότερο. Τι να γίνει. Χάσατε μια τσάντα, μερικά λεφτά, μια στοίβα πλαστικές κάρτες και ταυτότητες, θα βγάλετε άλλα λεφτά κι άλλα διπλώματα. Καινούρια. Ευκαιρία να πάρετε και καινούρια τσάντα. Άκου εκεί λουλουδάτη. Και σταματήστε πια να κλαίτε, τώρα το κρύο αεράκι του ιδρώτα σας έγινε ένα άθλιο τρέμουλο που με ταράζει. Δεν μπορώ να ταράζομαι. Δεν είναι αυτή η δουλειά μου εδώ. Εδώ είμαι για να πουλάω και καταπώς φαίνεται εσείς δεν θα αγοράσετε τίποτε, αφού χάσατε τα χρήματά σας. Πόση άραγε ώρα θα χρειαστεί να το υποστώ; Τι ώρα είναι; Πόσο ακόμη για να σχολάσω;

Χτυπάει το τηλέφωνο της δουλειάς δύο φορές.

- Σηκώστε το γρήγορα, μπορεί να είναι για την τσάντα μου.
Ναι όλοι με αυτό ασχολούμαστε.
[-Δυστυχώς δεν ήταν στον τέταρτο, ερχόμαστε με την ασφάλεια να ψάξουμε ξανά κάτω.]
- Εντάξει κύριε διευθυντά.
- Μα εγώ δεν ανέβηκα στον τέταρτο.
Μα εσείς πριν δεν ξέρατε πού πατάτε και πού βρίσκεστε.
Κάνω δυο βήματα, σε λίγο θα έχουμε δεύτερο γύρο με τον κύριο διευθυντή, αρχίζω και να την λυπάμαι. Θα της έδινα λίγο νερό, κοίταξα κι όλας αν μου βρίσκεται κανένα μπουκαλάκι, έχω μόνο άζαξ και απολυμαντικό χεριών. Κρίμα.

Στο τρίτο μου βήμα θέλω να αρχίσω να τρέχω, να φύγω από αυτήν την στολή, από αυτό το κορμί, από αυτήν την χώρα, να αρχίσω να τρέχω. Δεν αντέχω άλλο τις σκέψεις μου. Τους φόβους μου. Όσα δεν θέλω και πρέπει να είμαι. Τις προσδοκίες τους, τις προσδοκίες μου. Τα κοστολόγια. Ας ήμουν μια λουλουδάτη τσάντα ξεχασμένη σε πολυκατάστημα. Θα είναι σίγουρα πιο απλό να είσαι τσάντα. Τσάντα που παριστάνεις την χαρούμενη ντυμένη με κίτρινα ανθισμένα λουλούδια. Γιατί τα λουλούδια να είναι όμορφα μόνο όταν είναι ανθισμένα; Γιατί ακόμη κι οι τσάντες παριστάνουν τις χαρούμενες; Βλέπω μπροστά μου μια τσάντα όπως την φαντάστηκα, όπως προσδοκούσα ότι θα είναι μια φολκλόρ τσάντα. Καθώς με κατεβασμένο το βλέμμα παρακολουθούσα το βήμα μου, έτσι έσκασα πάνω της. Φορούσε πράγματι ένα φτηνό ύφασμα με κίτρινες ανθισμένες μαργαρίτες κι οι χειρολαβές τις έχασκαν κατεβασμένες και ξεχειλωμένες . Ούτε εμένα μου αρέσει το παντελόνι της δουλειάς, κι η μπλούζα της δουλειάς, ούτε εμένα μου αρέσει να περιμένουν από εμένα άλλα από όσα θ έ λ ω να είμαι. Κι εσύ ίσως θα προτιμούσες να είσαι μ ο ν ά χ α ύφασμα. Σε καταλαβαίνω. Την σήκωσα και ευλαβικά την πήρα αγκαλιά. Στο διάστημα – πόσο να 'ταν ; δύο δευτερόλεπτα; - μέχρι η κυρία να ορμίσει πάνω μου – πάνω στην τσάντα της δηλαδή, πρόλαβα να αναρωτηθώ μήπως τρελαίνομαι κι είναι οριστικό πια. Το πρόσωπο της κυρίας ήταν διαφορετικό όπως κρατούσε ξανά σφιχτά την τσάντα της δίνοντάς της υποσχέσεις πως δεν θα την ξαναχάσει από τα μάτια της ή μαλώνοντας την που τόλμησε να μείνει πίσω διεκδικώντας την ελευθερία της.

- Δόξα τω θεώ, ούρλιαξε σχεδόν με μια νέα φωνή η οποία της πήγαινε υπέροχα. Ταίριαζε με τα χρώματα από το μακιγιάζ της όπως είχαν μπλεχτεί με τα δάκρυα.

Μετά όρμισε και σε εμένα, με φίλησε, με ευχαρίστησε. Δεν θυμάμαι να με έχει ευχαριστήσει άλλος άνθρωπος εκτός από την μάνα μου. Ήρθε κι ο διευθυντής με υπαλλήλους από την ασφάλεια του καταστήματος. Τι λαμπρά.

Ήμουν ήρωας. Ήρωας που μέσα από την στολή ζαλιζόταν.

Όταν οι -ομόηχες με μελισσολόι- φωνές στα αυτιά μου σώπασαν βρήκα μέσα στα χέρια μου να κρατώ ένα βυσσινί γούνινο μπρελόκ. Σπασμένο.
Δεν μου άνηκε.
Δεν το βρήκα, ωστόσο, καθόλου κακόγουστο αυτήν την φορά.
Είπα, λοιπόν, να το κρατήσω και όπως το θεωρούσε ο θεατρικός παραγωγός δικό του, όπως η κυρία με την λουλουδάτη τσάντα το θεωρούσε δικό της, όπως το κλειδί κι όπως η τσάντα το θεωρούσαν δικό τους, τώρα να είναι κ α ι δικό μου.


Νεφέλη Συρίγου

0 σχόλια :